Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dessorage
materials

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ma·te·ri·al <-s, -ien> [mateˈri̯a:l, πλ -li̯ən] ΟΥΣ ουδ

1. Material (Rohstoff):

2. Material (Ausrüstungsgegenstände):

equipment no πλ, no αόρ άρθ

3. Material ΝΟΜ:

evidence no πλ, no αόρ άρθ

4. Material ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

material no πλ, no αόρ άρθ

5. Material ΣΧΟΛ:

material no πλ, no αόρ άρθ
information no πλ, no αόρ άρθ
minderwertige Materialien
feuchtigkeitsbeständig Isolierung, Verpackung, Material
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Händler(in) αρσ (θηλ) für antike Bauelemente und -materialien <-s, ->
feuerhemmende Materialien

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Materialien
gelöstes organisches Material (Grad der Trübung)

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Maisspindelgranulat wird verwendet zum Absorbieren von Flüssigkeiten, Gleitschleifen und Polieren an Materialien oder als Einstreu in der Geflügelmast.
de.wikipedia.org
Im Rahmen dieser Tätigkeit nahm er direkten Einfluss besonders auf die Konzeption schadstoffarmer Brennkammern, verbesserter Kühlverfahren, neuer Materialien (insbesondere Keramik), Wärmetauscher und neuer Messtechniken.
de.wikipedia.org
Wesentliche Materialien beider Gebäudefassaden sind Glas, heller Kalkstein und blau schimmerndes Metall.
de.wikipedia.org
Dort haben die Mitglieder einige hundert Materialien, Quellen und Tipps für die Bildungsarbeit mit Scratch eingestellt.
de.wikipedia.org
Wahlplakate und andere Materialien wurden zentral von der Wahlkommission hergestellt und verteilt.
de.wikipedia.org