Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

bastards
eternal
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. ewig [ˈe:vɪç] ΕΠΊΘ

1. ewig (immer während):

ewig

2. ewig μειωτ οικ (ständig):

II. ewig [ˈe:vɪç] ΕΠΊΡΡ

1. ewig (dauernd):

ewig
ewig (seit jeher)
jdm ewig dankbar sein
schwören, jdn ewig zu lieben
auf ewig

2. ewig οικ (ständig):

ewig

3. ewig οικ (lange Zeitspanne):

ewig
I haven't seen him in [or for] ages οικ
das dauert [ja] ewig!
it's taking ages [and ages]! οικ

ιδιωτισμοί:

drum prüfe, wer sich ewig bindet παροιμ
marry in haste, repent at leisure παροιμ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
ewig
ewig
ewig
ewig
ewig
ewig

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Im Jahr 1950 verstand die Gemeinde unter Religion noch die "Ehrfurcht vor Gott als dem ewigen Urgrund allen Seins".
de.wikipedia.org
Zwar habe die deutsche Politik „Fehler bis in den Bereich des Verbrecherischen hinein“ begangen, aber „die ewige Vergangenheitsbewältigung als gesellschaftliche Dauerbüßeraufgabe lähmt ein Volk!
de.wikipedia.org
In den Mythen gilt sie als eine weibliche Kami, die ewige Jugend und langes Leben hat.
de.wikipedia.org
1940 schloss Ewig die Archivausbildung mit dem Staatsexamen ab.
de.wikipedia.org
Seit sie das ewige Feuer ergriffen, führt sie auf immer zur Gotteserkenntnis, strahlenden Blickes den Geist erleuchtend.
de.wikipedia.org