Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

F
shopping of
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ein·kauf <-(e)s, ohne pl -(e)s, -käu·fe> ΟΥΣ αρσ

1. Einkauf (das Einkaufen):

Einkauf von +δοτ
Einkäufe machen [o. τυπικ tätigen]

2. Einkauf (eingekaufter Artikel):

Einkauf
ein günstiger Einkauf!

3. Einkauf kein πλ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ (Abteilung):

Einkauf
purchasing [or βρετ buying] [department]

On·line-Ein·kauf <-[e]s, -käufe> ΟΥΣ αρσ

Online-Einkauf
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Online-Einkauf αρσ <-[e]s, -käufe>
Einkauf αρσ <-(e)s> kein pl ειδικ ορολ
Einkauf αρσ en gros
[Ein]kauf αρσ
Einkauf αρσ <-(e)s, -käu·fe>
Einkauf αρσ <-(e)s, -käu·fe>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Aufgabengebiete der Markant sind Dienstleistung (Fuhrpark, Regulierung), Einkauf (Handels- und Eigenmarken, Lieferantengespräche) sowie Marketing (Nah&Frisch, C&C).
de.wikipedia.org
Größere Websites bedienen sich beim Verkauf der Werbeflächen zumeist eines spezialisierten Vermarkters, während Auswahl, Planung und Einkauf im Sinne der Werbeziele des Kunden durch eine Mediaagentur erfolgt.
de.wikipedia.org
Zahlreiche Feinbäckereien und Lebensmittel- und Delikatessengeschäfte locken zum Einkauf.
de.wikipedia.org
Der Einkauf von Filmrechten richtet sich nach den erwarteten Werbeeinnahmen innerhalb eines geplanten Sendeplatzes.
de.wikipedia.org
Der Grundgedanke war, durch gemeinsame Planung und Ausrüstung der Braustätten und gemeinsamem Einkauf zu einer einheitlichen kaufmännischen Führung und zur Beseitigung des unökonomischen Wettbewerbes zu gelangen.
de.wikipedia.org