Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

imitat
eingezäunt

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. fence [fen(t)s] ΟΥΣ

1. fence (barrier):

Zaun αρσ <-(e)s , Zäune>
Hag αρσ <-s, Häge> CH

2. fence (in horse race):

Hindernis ουδ <-ses, -se>

3. fence dated αργκ (criminal):

Hehler(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

ιδιωτισμοί:

II. fence [fen(t)s] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. fence (fight):

fechten <fichst, ficht, fochtest, focht, gefochten>

2. fence τυπικ (evade):

III. fence [fen(t)s] ΡΉΜΑ μεταβ

1. fence (put fence around):

to fence sth
etw αιτ einzäunen
to fence sth
CH a. etw αιτ einhagen

2. fence (sell stolen goods):

to fence sth
mit etw δοτ hehlen

pe·rim·eter ˈfence ΟΥΣ

Umzäunung θηλ <-, -en>

fence in ΡΉΜΑ μεταβ

1. fence in (enclose):

to fence in sth

2. fence in μειωτ (limit):

to fence sb in

fence off ΡΉΜΑ μεταβ

to fence off sth

ˈpick·et fence ΟΥΣ

Palisadenzaun αρσ <-s, -zäune>

ring-fence ΡΉΜΑ μεταβ βρετ

Καταχώριση OpenDict

'fence

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
to fence sth in
fenced in
fenced round [or in]
to be fenced off

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

electrified wire fence

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

safety fence ΟΔ ΑΣΦ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Schutzgitter ΟΔ ΑΣΦ
Present
Ifence
youfence
he/she/itfences
wefence
youfence
theyfence
Past
Ifenced
youfenced
he/she/itfenced
wefenced
youfenced
theyfenced
Present Perfect
Ihavefenced
youhavefenced
he/she/ithasfenced
wehavefenced
youhavefenced
theyhavefenced
Past Perfect
Ihadfenced
youhadfenced
he/she/ithadfenced
wehadfenced
youhadfenced
theyhadfenced

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος