στο λεξικό PONS
I. auc·tion [ˈɔ:kʃən, αμερικ esp ˈɑ:k-] ΟΥΣ
-
- Auktion θηλ <-, -en>
II. auc·tion [ˈɔ:kʃən, αμερικ esp ˈɑ:k-] ΡΉΜΑ μεταβ
-
- etw versteigern [o. CHπαρωχ verganten]
Dutch ˈauc·tion ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
auction house ΟΥΣ
pub·lic ˈauc·tion ΟΥΣ
auc·tion ˈbridge ΟΥΣ απαρχ
ˈpa·per·back edi·tion ΟΥΣ
ˈtrack·ing sta·tion ΟΥΣ ΑΣΤΡΟΝ
ˈac·tion bar pull-down ΟΥΣ Η/Υ
ˈac·tion film ΟΥΣ
-
- Actionfilm αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
auction ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Auktion θηλ
-
- Versteigerung θηλ
auction rate ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Auktionskurs αρσ
auction procedure ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
auction principle ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
public auction ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
Dutch auction ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
midday auction ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Mittagsauktion θηλ
competitive auction procedure ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
discriminatory auction procedure ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
foreign exchange auction ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
capillary action [kəˌpɪləriˈækʃn] ΟΥΣ
air motion ΟΥΣ
seismological station ΟΥΣ
nation-state ΟΥΣ
coal power station
hydroelectric power station [ˌhaɪdrəʊɪˈlektrɪk] ΟΥΣ
police station ΟΥΣ
storage power station
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
therapeutic option [ˌθerəpjuːtɪkˈɒpʃnz] ΟΥΣ
longitudinal section [ˌlɒnʤɪˈtjuːdɪnlˌsekʃn] ΟΥΣ
Brownian motion [ˌbraʊnjənˈməʊʃn] ΟΥΣ
transverse section [ˈtrænzvɜːzˌsekʃn]
specifity of action
action spectrum ΟΥΣ
catalytic action [ˌkætəˈlɪtɪkækʃn]
capillary action [kəˈpɪlriˌækʃn] ΟΥΣ
fast motion ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
test section ΥΠΟΔΟΜΉ
station ΔΗΜ ΣΥΓΚ
representative measurement section ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ
high risk section ΟΔ ΑΣΦ
equation of motion
best practicable environmental option ΠΕΡΙΒ
foreclose the options
cross section ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
ˈpro·ces·sor-sold·er·ing sta·tion ΟΥΣ
mo·tion se·quence ΟΥΣ mechatr
ˈsol·der·ing sta·tion ΟΥΣ
| I | auction |
|---|---|
| you | auction |
| he/she/it | auctions |
| we | auction |
| you | auction |
| they | auction |
| I | auctioned |
|---|---|
| you | auctioned |
| he/she/it | auctioned |
| we | auctioned |
| you | auctioned |
| they | auctioned |
| I | have | auctioned |
|---|---|---|
| you | have | auctioned |
| he/she/it | has | auctioned |
| we | have | auctioned |
| you | have | auctioned |
| they | have | auctioned |
| I | had | auctioned |
|---|---|---|
| you | had | auctioned |
| he/she/it | had | auctioned |
| we | had | auctioned |
| you | had | auctioned |
| they | had | auctioned |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.