Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

wildester
wildest

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. wild [vɪlt] ΕΠΊΘ

1. wild ΒΟΤ, ΖΩΟΛ (in freier Natur):

2. wild ΓΕΩΓΡ (ursprünglich und natürlich):

3. wild (rau):

4. wild (illegal):

wild Müllkippe
wild Streik

5. wild (maßlos):

6. wild (hemmungslos):

wild Fahrt, Leidenschaft
wild Kampf

7. wild οικ (versessen):

to be crazy [or mad] about sb
wild auf etw αιτ sein

8. wild (zum Äußersten gereizt):

I could scream οικ
jdn wild machen οικ
to drive sb wild [or crazy] [or mad] οικ
wild werden Bulle, Rhinozeros

ιδιωτισμοί:

halb [o. nicht] so wild sein οικ
halb [o. nicht] so wild sein οικ

II. wild [vɪlt] ΕΠΊΡΡ

1. wild (ungeordnet):

2. wild (hemmungslos):

3. wild (in freier Natur) ΟΡΝΙΘ, ΖΩΟΛ:

living in the wild κατηγορ
ΒΟΤ wild wachsend

Wild <-[e]s> [vɪlt] ΟΥΣ ουδ kein πλ

1. Wild ΜΑΓΕΙΡ (Fleisch wilder Tiere):

Wild von Rotwild

2. Wild ΖΩΟΛ (wild lebende Tiere):

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
wild nach ουσ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

wild wachsende Verwandte (von domestizierten Pflanzen)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος