Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Noreste
to mould something [from something]

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. for·men [fɔrmən] ΡΉΜΑ μεταβ

1. formen (modellieren):

etw [aus etw δοτ] formen
to mould [or αμερικ mold] sth [from sth]

2. formen (bilden):

etw formen
to form sth
Sätze formen

3. formen (prägen):

jdn/etw formen
to mould [or αμερικ mold] sb/sth

II. for·men [fɔrmən] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

sich αιτ formen

Form <-, -en> [fɔrm] ΟΥΣ θηλ

1. Form (äußere Gestalt):

2. Form πλ (Rundungen):

curves πλ

3. Form (Kunstform):

4. Form (Substanz, Ausmaße):

in Form einer S. γεν , in Form von etw δοτ

5. Form (Art und Weise):

6. Form πλ (Manieren):

7. Form (fixierte Verhaltensweise):

die Form wahren τυπικ

8. Form (Kondition):

shape οικ
to be out of shape οικ
in good/bad shape οικ

9. Form (Gussform):

mold αμερικ

10. Form (Förmlichkeit):

Bol-Form [bo:l-] ΟΥΣ θηλ ΜΑΓΕΙΡ

V-Form <-, -en> [ˈfau-] ΟΥΣ θηλ

Frank·fur·ter-Kranz-Form ΟΥΣ θηλ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to rough down sth
etw formen
to be a moulder [or Am molder] of sth μτφ
etw [aktiv] formen
etw formen

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Form (einer Funktion)

Form ΠΡΟΤΥΠΟΠ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

W-Form

paarweise Anordnung in W-Form

Präsens
ichforme
duformst
er/sie/esformt
wirformen
ihrformt
sieformen
Präteritum
ichformte
duformtest
er/sie/esformte
wirformten
ihrformtet
sieformten
Perfekt
ichhabegeformt
duhastgeformt
er/sie/eshatgeformt
wirhabengeformt
ihrhabtgeformt
siehabengeformt
Plusquamperfekt
ichhattegeformt
duhattestgeformt
er/sie/eshattegeformt
wirhattengeformt
ihrhattetgeformt
siehattengeformt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

sich αιτ formen
den Charakter prägen [o. formen]
to form [or βρετ mould] [or αμερικ mold] the character
to shape sth into sth
etw zu etw δοτ formen

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Der Haken ist eine geschwungen oder eckig gekrümmte Vorrichtung zum Aufhängen oder Einhaken von Objekten, meist aus Metall, Holz oder Kunststoff geformt.
de.wikipedia.org
Die Erosion durch Meer und Wind formte die heutige Oberflächengestalt der Inselgruppe.
de.wikipedia.org
Die beiden Seitenaltäre wurden zudem 1793 in klassizistischen Formen überarbeitet.
de.wikipedia.org
Das dreigeschossige Torhaus mit geschweiftem Giebel in Formen der niederländischen Renaissance stammt wohl aus der Zeit um 1600.
de.wikipedia.org
Dabei handelte es sich um eine kleine Hallenkirche in neugotischen Formen – sie ist heute der Eingangs- und Ostteil.
de.wikipedia.org