Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Anglikanische
Flügel

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ˈbin·go wings ΟΥΣ

bingo wings πλ οικ:

bingo wings
Winkefleisch ουδ οικ

I. wing [wɪŋ] ΟΥΣ

1. wing ΖΩΟΛ:

wing of bird
Flügel αρσ <-s, ->
wing of bird
Schwinge θηλ <-, -n> λογοτεχνικό
to clip a bird's wings
to clip sb's wings μτφ
to give sb wings μτφ
jdm Flügel verleihen μτφ
to spread [or stretch] one's wings
to spread [or stretch] one's wings μτφ children
to take wing λογοτεχνικό
to take wing λογοτεχνικό
to take sb/sth under one's wing also μτφ
jdn/etw unter seine Fittiche nehmen οικ a. μτφ
to be on wings μτφ

2. wing ΑΕΡΟ:

Flügel αρσ <-s, ->
Tragfläche θηλ <-, -n>

3. wing ΑΡΧΙΤ:

wing of building
Flügel αρσ <-s, ->

4. wing ΠΟΔΌΣΦ:

Flügel αρσ <-s, ->

5. wing ΘΈΑΤ:

the wings pl
to be waiting in the wings μτφ

6. wing + ενικ/pl ρήμα ΠΟΛΙΤ:

Flügel αρσ <-s, ->

7. wing ΣΤΡΑΤ (of battle formation):

Flügel αρσ <-s, ->
Flanke θηλ <-, -n>

8. wing βρετ ΑΥΤΟΚ:

Kotflügel αρσ <-s, ->

9. wing + ενικ/pl ρήμα ΣΤΡΑΤ:

Geschwader ουδ <-s, ->
(pilot's badge) wings pl
to earn one's wings

ιδιωτισμοί:

II. wing [wɪŋ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. wing (fly):

2. wing (wound):

to wing a bird ΚΥΝΉΓΙ
einen Vogel flügeln ειδικ ορολ
to wing a bird ΚΥΝΉΓΙ
to wing sb

3. wing (send):

to wing sth
to wing sth μτφ (spur on)
etw beflügeln τυπικ λογοτεχνικό

4. wing μειωτ οικ (improvise):

III. wing [wɪŋ] ΡΉΜΑ αμετάβ

fliegen <flog, geflogen>

ˈdel·ta wing ΟΥΣ ΑΕΡΟ

ˈwing tip ΟΥΣ

1. wing tip ΒΙΟΛ, ΑΕΡΟ:

Flügelspitze θηλ <-, -n>

2. wing tip αμερικ (shoes):

ˈwing game ΟΥΣ no pl

ˈfixed-wing ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ ΑΕΡΟ

mit starren Flügeln nach ουσ

right-ˈwing ΕΠΊΘ ΠΟΛΙΤ

rechts κατηγορ
Rechtsextremist(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>
Rechtsradikale(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

right ˈwing ΟΥΣ + ενικ/pl ρήμα ΠΟΛΙΤ, ΑΘΛ

to be on the right wing ΠΟΛΙΤ
Καταχώριση OpenDict

wing spiker ΟΥΣ

Außenangreifer(in) αρσ θηλ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

wing petal ΟΥΣ

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

Present
Iwing
youwing
he/she/itwings
wewing
youwing
theywing
Past
Iwinged
youwinged
he/she/itwinged
wewinged
youwinged
theywinged
Present Perfect
Ihavewinged
youhavewinged
he/she/ithaswinged
wehavewinged
youhavewinged
theyhavewinged
Past Perfect
Ihadwinged
youhadwinged
he/she/ithadwinged
wehadwinged
youhadwinged
theyhadwinged

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It had low-set wings with a rectangular centre section, tapering outboard of the engines.
en.wikipedia.org
The fleet faces headlong wings for six straight days.
en.wikipedia.org
Two-spar wings were folding rearwards or could be detached.
en.wikipedia.org
Patterns on the edge of its wings resemble the head and body of a snake -- not something most insectivores want to tangle with.
www.mnn.com
Photos of the wreckage show no scorching and the wings still attached to the plane.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "wings" σε άλλες γλώσσες