στο λεξικό PONS
I. la·ment [ləˈment] ΟΥΣ ΜΟΥΣ, ΛΟΓΟΤ
II. la·ment [ləˈment] ΡΉΜΑ μεταβ also ειρων
ail·ment [ˈeɪlmənt] ΟΥΣ
cerˈ·tifi·cate of enˈ·rol·ment ΟΥΣ, αμερικ cerˈ·tifi·cate of enˈ·roll·ment ΠΑΝΕΠ
en·rol·ment, αμερικ en·roll·ment [ɪnˈrəʊl-, αμερικ enˈroʊlmənt] ΟΥΣ
1. enrolment:
2. enrolment αμερικ (number of students):
bail·ment [ˈbeɪlmənt] ΟΥΣ αμερικ
- bailment ΟΙΚΟΝ
-
ˈpay·ment in·struc·tion ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
bailment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
-
- Verwahrung θηλ
starting payment ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
redistributional transfer payment ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
preauthorized payment ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
suspension of payment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
prematurity compensation payment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
interest payment flow ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
interest payment commitment ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
enrolment rate [ɪnˈrəʊlməntˌreɪt] ΟΥΣ
-
- Einschulungsrate (Anteil der Kinder, die an einer Schule angemeldet werden)
cement manufacturing ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
cement ΟΥΣ
comment fighting [ˈkɒmentˌfaɪtɪŋ] ΟΥΣ
segment boundary
isolated pigment
transposable element, transposon [trænsˈpəʊzɒn] ΟΥΣ
respiratory pigment [rəˌspɪrətriˈpɪɡmənt] ΟΥΣ
pigment ΟΥΣ
segment polarity gene
cellular element ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
ailments
mental load ΟΔ ΑΣΦ
market segment ΟΥΣ (in questionnaires)
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
terms of ˈpay·ment ΟΥΣ ΕΜΠΌΡ
ˈsig·nal el·ement ΟΥΣ mechatr
-
- Signalgeber αρσ
| I | lament |
|---|---|
| you | lament |
| he/she/it | laments |
| we | lament |
| you | lament |
| they | lament |
| I | lamented |
|---|---|
| you | lamented |
| he/she/it | lamented |
| we | lamented |
| you | lamented |
| they | lamented |
| I | have | lamented |
|---|---|---|
| you | have | lamented |
| he/she/it | has | lamented |
| we | have | lamented |
| you | have | lamented |
| they | have | lamented |
| I | had | lamented |
|---|---|---|
| you | had | lamented |
| he/she/it | had | lamented |
| we | had | lamented |
| you | had | lamented |
| they | had | lamented |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.