Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Deputati
entgräteter Fisch

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

boned [bəʊnd, αμερικ boʊnd] ΕΠΊΘ

boned fish
boned meat

big-boned [ˈbɪgbəʊnd, αμερικ boʊnd] ΕΠΊΘ αμετάβλ

big-boned

ˈraw-boned ΕΠΊΘ

raw-boned
raw-boned

I. bone [bəʊn, αμερικ boʊn] ΟΥΣ

1. bone of fish:

bone ΑΝΑΤ
Knochen αρσ <-s, ->
bone ΑΝΑΤ
Gräte θηλ <-, -n>
ΜΑΓΕΙΡ off the bone fish
off the bone meat

2. bone no pl (material):

Bein ουδ <-(e)s, -e>

ιδιωτισμοί:

Zankapfel αρσ <-s, -äpfel>
to cut [or pare] sth to the bone
sich αιτ abrackern αργκ

II. bone [bəʊn, αμερικ boʊn] ΟΥΣ modifier

1. bone ΑΝΑΤ:

bone (graft, structure)

2. bone (made of bone):

III. bone [bəʊn, αμερικ boʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bone (remove bones):

2. bone αργκ (of a man: have sex):

to bone sb
jdn bumsen αργκ
to bone sb
jdn ficken χυδ αργκ

ˈjaw bone ΟΥΣ

ˈcol·lar bone ΟΥΣ

Schlüsselbein ουδ <-(e)s, -e>

ˈmar·row bone ΟΥΣ

Markknochen αρσ <-s, ->

ˈpelvic bone ΟΥΣ

Beckenknochen αρσ <-s, ->
Καταχώριση OpenDict

bone ΟΥΣ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
big-boned

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

foot bone ΟΥΣ

arm bone ΟΥΣ

hand bone ΟΥΣ

leg bone ΟΥΣ

back bone ΟΥΣ

bone layers ΟΥΣ

bone matrix ΟΥΣ

bone structure ΟΥΣ

bone cell ΟΥΣ

bone marrow stem cell [ˈbəʊnˌmærəʊˈstemsel] ΟΥΣ

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

Present
Ibone
youbone
he/she/itbones
webone
youbone
theybone
Past
Iboned
youboned
he/she/itboned
weboned
youboned
theyboned
Present Perfect
Ihaveboned
youhaveboned
he/she/ithasboned
wehaveboned
youhaveboned
theyhaveboned
Past Perfect
Ihadboned
youhadboned
he/she/ithadboned
wehadboned
youhadboned
theyhadboned

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Of course, competition is hard boned, but that does not take place on the commission rates, but on the evidence of achievement.
en.wikipedia.org
His pale, heavy-boned face showed signs of sleeplessness.
en.wikipedia.org
A streaky blonde bob frames her fine-boned face, one highlighted by big, blue-green eyes set above high cheekbones.
www.montereycountyweekly.com
With pedigrees the face can take a more oval shape and be finer boned and more distinct.
en.wikipedia.org
It featured a low, oval neckline that bared the shoulders, and the heavily-boned bodice laced closed in back, unlike the front-opening robe.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "boned" σε άλλες γλώσσες