Γερμανικά » Γαλλικά

Μεταφράσεις για „��sten“ στο λεξικό Γερμανικά » Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά » Γερμανικά)

Osten <-s; χωρίς πλ> [ˈɔstən] ΟΥΣ αρσ

1. Osten (Himmelsrichtung):

est αρσ

2. Osten (östliche Gegend):

Est αρσ

3. Osten (Osteuropa):

l'Est αρσ

Βλέπε και: Norden

Norden <-s; χωρίς πλ> [ˈnɔrdən] ΟΥΣ αρσ

2. Norden (nördliche Gegend):

Nord αρσ

ιδιωτισμοί:

hasten [ˈhastən] ΡΉΜΑ αμετάβ +sein τυπικ

Kasten <-s, Kästen> [ˈkastən, Plː ˈkɛstən] ΟΥΣ αρσ

2. Kasten A, CH (Schrank):

armoire θηλ

3. Kasten οικ (Briefkasten):

boite (boîte) θηλ à lettres

4. Kasten (Turngerät):

podest αρσ

5. Kasten οικ (Gebäude):

bloc αρσ

6. Kasten (Schaukasten):

ιδιωτισμοί:

en avoir dans le crâne οικ

rosten ΡΉΜΑ αμετάβ +haben o sein

I . tasten [ˈtastən] ΡΉΜΑ αμετάβ

II . tasten [ˈtastən] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

III . tasten [ˈtastən] ΡΉΜΑ μεταβ

1. tasten (fühlen):

2. tasten (eingeben, eintasten):

fasten [ˈfastən] ΡΉΜΑ αμετάβ

Fasten <-s; χωρίς πλ> ΟΥΣ ουδ

I . husten [ˈhuːstən] ΡΉΜΑ αμετάβ

2. husten μτφ Motor:

II . husten [ˈhuːstən] ΡΉΜΑ μεταβ

ιδιωτισμοί:

dem/dir werde ich was husten! αργκ
il peut toujours se/tu peux toujours te brosser ! γαλλ αργκό

Husten <-s; χωρίς πλ> ΟΥΣ αρσ

II . kosten [ˈkɔstən] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. kosten οικ (teuer sein):

2. kosten τυπικ (eine Kostprobe nehmen):

mästen [ˈmɛstən] ΡΉΜΑ μεταβ

nisten ΡΉΜΑ αμετάβ

I . posten [ˈpɔstən] CH ΡΉΜΑ μεταβ (einkaufen)

II . posten [ˈpɔstən] CH ΡΉΜΑ αμετάβ

I . pusten [ˈpuːstən] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

1. pusten (blasen):

2. pusten (keuchen):

II . pusten [ˈpuːstən] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

rasten [ˈrastən] ΡΉΜΑ αμετάβ

ιδιωτισμοί:

wer rastet, der rostet παροιμ
nicht rasten und nicht ruhen, bis ... τυπικ
n'avoir de cesse que... +υποτ λογοτεχνικό

I . rüsten [ˈrʏstən] ΡΉΜΑ αμετάβ ΣΤΡΑΤ

II . rüsten [ˈrʏstən] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα τυπικ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζήτηση στο λεξικό

Γερμανικά

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina