Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Montagnes
extremities

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

extrémité [ɛkstʀemite] ΟΥΣ θηλ

1. extrémité (bout):

extrémité (de vie) μτφ
aux deux extrémités

2. extrémité (mort):

3. extrémité (acte désespéré):

se livrer à des extrémités (gén)
se livrer à des extrémités (être violent)

4. extrémité ΑΝΑΤ:

avoir de petites extrémités
souder bords, extrémités
to join (à to)
réunir les deux extrémités par un nœud
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
extremity κυριολ, μτφ
extrémité θηλ (of de)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

extrémité [ɛkstʀemite] ΟΥΣ θηλ

1. extrémité (bout):

2. extrémité πλ (mains, pieds):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

extrémité [ɛkstʀemite] ΟΥΣ θηλ

1. extrémité (bout):

2. extrémité πλ (mains, pieds):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

extrémité de l'arbre

extrémité du vilebrequin

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Elle porte une robe grise, avec les extrémités (tour des yeux, oreilles, pattes...) et le ventre plus clairs, presque blancs.
fr.wikipedia.org
Les bras et le montant supérieur aux extrémités sont chantournées : courbe convexe flanquée de deux courbes concaves.
fr.wikipedia.org
Les extrémités des cols comportent souvent des joints coniques (partie femelle) en verre rodé.
fr.wikipedia.org
Les extrémités des éclisses qui s'appuient sur des poutres sont laissées libres et les quenouilles ainsi faites sont déposées entre les poutres.
fr.wikipedia.org
Le stator est réalisé par empilage, dans une virole, de tôles vernissées tenues aux extrémités par des anneaux de serrage.
fr.wikipedia.org