Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Bärtige
Mitglieder

I. fel·low [ˈfeləʊ, αμερικ -oʊ] ΟΥΣ

1. fellow οικ (man):

Kerl αρσ <-(e)s, -e> οικ
old fellow esp βρετ dated
alter Knabe οικ

2. fellow οικ (boyfriend):

Freund αρσ <-(e)s, -e>
Typ αρσ <-s, -en>

3. fellow βρετ (scholar):

Fellow αρσ <-s, -s>

4. fellow (award-holder):

Fellow αρσ <-s, -s>
Preisträger αρσ <-s, -; -, -nen> CH
Forschungsstipendiat(in) αρσ (θηλ)

5. fellow (expert):

Fellow αρσ <-s, -s>
Mitglied ουδ

6. fellow usu pl (colleague):

Kollege(Kollegin) αρσ (θηλ) <-n, -n>

7. fellow usu pl (contemporary):

Zeitgenosse(-genossin) αρσ (θηλ)
Mitmensch αρσ <-en, -en>

II. fel·low [ˈfeləʊ, αμερικ -oʊ] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

Mitmensch αρσ /Mitbürger(in) αρσ (θηλ)
Landsmann αρσ <-(e)s, -leu·te>
Kommilitone(Kommilitonin) αρσ (θηλ) <-n, -n>
Leidensgenosse(-genossin) αρσ (θηλ) <-n, -n; -, -nen>
Arbeitskollege(-kollegin) αρσ (θηλ) <-n, -n; -, -nen>

fel·low ˈtrav·el·ler, αμερικ usu fel·low ˈtrav·el·er ΟΥΣ

1. fellow traveller (traveller):

Mitreisende(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

2. fellow traveller (supporter):

Mitläufer(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen> μειωτ
Sympathisant(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>

fel·low ˈfeel·ing ΟΥΣ

Zusammengehörigkeitsgefühl ουδ <-(e)s> kein pl

fel·low ˈpas·sen·ger ΟΥΣ

Mitreisende(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

ˈhail-fel·low ΕΠΊΘ κατηγορ dated or χιουμ

fel·low ˈmen ΟΥΣ πλ

fel·low ˈmem·ber ΟΥΣ ΠΟΛΙΤ

Parteigenosse(-genossin) αρσ (θηλ) <-n, -n>
fellow member of a club
Klubkamerad(in) αρσ (θηλ)

ˈteach·ing fel·low ΟΥΣ αμερικ ΠΑΝΕΠ

Tutor(in) αρσ (θηλ) <-s, Tu·to̱·ren>
Καταχώριση OpenDict

fellow ΟΥΣ

fellow (man) οικ
Gefährte αρσ οικ
Καταχώριση OpenDict

fellow being ΟΥΣ

Mitmensch αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "fellows" σε άλλες γλώσσες