Γερμανικά » Γαλλικά

Neue(s) ΟΥΣ nt dekl wie Adj

1. Neue(s) (neuartige Beschaffenheit):

Neue(s)
das Neue an etw Dat
das Neue an etw Dat

Ιδιώματα:

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文