Γαλλικά » Γερμανικά

I . ouvert(e) [uvɛʀ, ɛʀt] ΡΉΜΑ

ouvert part passé de ouvrir

II . ouvert(e) [uvɛʀ, ɛʀt] ΕΠΊΘ

4. ouvert MED:

5. ouvert (incertain):

8. ouvert (franc, communicatif):

10. ouvert LING:

11. ouvert (non protégé):

12. ouvert JUR:

Βλέπε και: ouvrir

I . ouvrir [uvʀiʀ] ΡΉΜΑ trans

10. ouvrir (inaugurer):

13. ouvrir (rendre réceptif):

III . ouvrir [uvʀiʀ] ΡΉΜΑ αυτο

2. ouvrir (donner sur):

auf etw Akk gehen
auf etw Akk führen [o. gehen]

7. ouvrir vieilli (se confier):

I . ouvrir [uvʀiʀ] ΡΉΜΑ trans

10. ouvrir (inaugurer):

13. ouvrir (rendre réceptif):

III . ouvrir [uvʀiʀ] ΡΉΜΑ αυτο

2. ouvrir (donner sur):

auf etw Akk gehen
auf etw Akk führen [o. gehen]

7. ouvrir vieilli (se confier):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.