Γαλλικά » Γερμανικά

nouveau [nuvo] ΟΥΣ m

1. nouveau:

Neue(s) nt

2. nouveau (personne):

Neue(r) m

Ιδιώματα:

à [ou de] nouveau
à [ou de] nouveau

nouveau (nouvelle) <x> nouvel [nuvo, nuvɛl, nuvɛl] ΕΠΊΘ

3. nouveau antéposé (de fraîche date):

I . nouveau-né(e) <nouveau-nés> [nuvone] ΕΠΊΘ

II . nouveau-né(e) <nouveau-nés> [nuvone] ΟΥΣ m(f)

nouveau promu m

Nouvelle-Calédonie [nuvɛlkaledoni] ΟΥΣ f

Nouvelle-Guinée [nuvɛlgine] ΟΥΣ f

Nouvelle-Zélande [nuvɛlzelɑ͂d] ΟΥΣ f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文