Oxford Spanish Dictionary
bruto1 (bruta) ΕΠΊΘ
1.1. bruto (ignorante) → bestia
1.2. bruto (grosero) → bestia
1.3. bruto (violento, brusco):
bestia3 ΟΥΣ αρσ θηλ
1.1. bestia οικ (ignorante):
2. bestia (expresando admiración):
bestia1 ΕΠΊΘ
1.1. bestia οικ (ignorante, estúpido):
1.2. bestia οικ (grosero):
1.3. bestia οικ (violento, brusco):
bruto2 (bruta) ΟΥΣ αρσ (θηλ)
1. bruto (ignorante):
στο λεξικό PONS
I. noble nobilísimo ΕΠΊΘ
II. noble nobilísimo ΟΥΣ αρσ θηλ
-
- noblewoman θηλ
I. bruto (-a) ΕΠΊΘ
I. noble <nobilísimo> [ˈno·βle] ΕΠΊΘ
II. noble [ˈno·βle] ΟΥΣ αρσ θηλ
-
- noblewoman θηλ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- nixtamal
- n l.
- NN
- no
- n o.
- noble bruto
- noblemente
- nobleza
- nobuk
- nocaut
- nocaut técnico