στο λεξικό PONS
Grund·ei·gen·tü·mer(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
Grundeigentümer → Grundbesitzer
Grund·be·sit·zer(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
Grund·ein·stel·lung <-, -en> ΟΥΣ θηλ Η/Υ
DFÜ-Ein·rich·tung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Zim·mer·ein·rich·tung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Syn·chron·ein·rich·tung ΟΥΣ θηλ ΑΥΤΟΚ
Ein·rich·tungs·haus <-es, -häuser> ΟΥΣ ουδ
Ein·rich·tungs·kos·ten ΟΥΣ
So·zi·al·ein·rich·tung <-, -en> ΟΥΣ θηλ meist πλ ΟΙΚΟΝ
Grundeinkommen ΟΥΣ
Pflegeeinrichtung ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Börseneinrichtung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Off-Shore-Bankeinrichtung ΟΥΣ θηλ ΦΟΡΟΛ
Vorsorgeeinrichtung ΟΥΣ θηλ ΑΣΦΆΛ
Euro-Verpflichtung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
einrichten ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Unterrichtung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Grundausrichtung ΟΥΣ θηλ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
Trendrichtung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Ausrichtung ΟΥΣ θηλ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ
Einrichten ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Grundeinheit
Einrichtung (einer Maßnahme)
Richtungsverkehr ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ
Richtungspfeil ΕΠΙΚΟΙΝ, ΥΠΟΔΟΜΉ
Richtungswegweisung ΥΠΟΔΟΜΉ
Richtungsfahrbahn
- Richtungsfahrbahn ΥΠΟΔΟΜΉ
- carriageway βρετ
- Richtungsfahrbahn ΥΠΟΔΟΜΉ
-
- Richtungsfahrbahn ΥΠΟΔΟΜΉ
-
- dreispurige Richtungsfahrbahn ΥΠΟΔΟΜΉ
-
Richtungswechselspur ΥΠΟΔΟΜΉ
Richtungsaufteilung ΥΠΟΔΟΜΉ
Verdichtung ΠΡΟΤΥΠΟΠ
Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA
Zusatzeinrichtung
Abziehvorrichtung
Verdichtungsflansch
Wellenabdichtung
Ventilspindel-Abdichtung
seewasserbeständige Beschichtung
einstufige Verdichtung
seeluftbeständige Beschichtung
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.