Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

versicherung
Flansch

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

flange [flænʤ] ΟΥΣ

1. flange (connecting rim):

flange
Flansch αρσ <-(e)s, -e>
flange of a pipe

2. flange (around rail wheels):

flange
Spurkranz αρσ
Καταχώριση OpenDict

flange beam ΕΠΊΘ

flange beam ΤΕΧΝΟΛ
wide flange beam ΤΕΧΝΟΛ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
flange
Flanschträger αρσ ΤΕΧΝΟΛ
flange beam
Kupplungsflansch ΤΕΧΝΟΛ
coupling flange
etw an etw (akk) anflanschen ΤΕΧΝΟΛ
to flange sth onto sth
Breitflanschträger αρσ ΤΕΧΝΟΛ
wide flange beam

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

tool flange
flange motor
blade flange
bearing flange
rotor flange
front bearing flange

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

flange of a pipe

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The one at the left of the wippen is called the wippen flange.
en.wikipedia.org
The principle design of the flange face includes two independent seals.
en.wikipedia.org
Thus, multiplying the angle between adjacent flange holes by "k" gives the angle "a".
en.wikipedia.org
It is more likely that the beam cracked by fatigue from a sharp corner in the lower flange by repeated flexing of the girder.
en.wikipedia.org
The wheel centre, usually already mounted on the axle, is lowered into the tire which is flange side up.
en.wikipedia.org