Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

traînes
Verhältnisse

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ra·tio [ˈreɪʃiəʊ, αμερικ -oʊ] ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ, Η/Υ

Verhältnis ουδ <-ses, -se>
Quote θηλ <-, -n>
Kurs-Gewinn-Verhältnis ουδ <-ses, -se>
price-earnings ratio ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Kennziffer θηλ <-, -n>
price-earnings ratio ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Kennzahl θηλ <-, -en>
ratio of aperture ΦΥΣ of optical system
Mischungsverhältnis ουδ <-ses, -se>
Größenverhältnis ουδ <-ses, -se>

capi·tal ˈra·tio ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

ˈweight·ing ra·tio ΟΥΣ

ˈgear·ing ra·tio ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Hebelwirkung θηλ <-, -en>

aˈbun·dance ra·tio ΟΥΣ ΠΥΡΗΝ ΦΥΣ

Καταχώριση OpenDict

ratio ΟΥΣ

cash ratio ΟΙΚΟΝ
acid test ratio ΟΙΚΟΝ
quick ratio ΟΙΚΟΝ
current ratio ΟΙΚΟΝ
Καταχώριση OpenDict

contrast ratio ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

ratio test ΟΥΣ

ratio test ΜΑΘ
Καταχώριση OpenDict

reduction ratio ΟΥΣ

reduction ratio ΤΕΧΝΟΛ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
financial ratios

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

pyramid structure of ratios system ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Pyramid-Structure-of-Ratios-System ουδ

ratio ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Kennziffer θηλ
Kennzahl θηλ

ratio comparison ΟΥΣ CTRL

exchange ratio ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

weighting ratio ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

option ratio ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

cover ratio ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ

risk ratio ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

sensitivity ratio ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

sex ratio

savings ratio [ˈseɪvɪŋzˌreɪʃiəʊ] ΟΥΣ

gender ratio [ˈdʒendəˌreɪʃiəʊ]

old-age dependency ratio ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ratio (math.)

farebox ratio public transport, ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ

mixing ratio

revenue to cost ratio public transport, ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ

power to mass ratio

power to weight ratio

mass to power ratio freight transport, transport safety

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The idealists in the group wanted to make a point before 12:1 ratios were the norm.
en.wikipedia.org
If these ratios are averaged using an arithmetic mean (a common error), high data points are given greater weights than low data points.
en.wikipedia.org
The transmission now had five forward ratios with a direct fourth gear and an overdrive fifth.
en.wikipedia.org
Sr ratios are commonly used to determine the likely provenance areas of sediment in natural systems, especially in marine and fluvial environments.
en.wikipedia.org
The establishment has erupted in cheers at the increased capital-asset ratios.
www.marketoracle.co.uk

Αναζήτηση "ratios" σε άλλες γλώσσες