Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Communism
regular

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. re·gel··ßig ΕΠΊΘ

1. regelmäßig (ebenmäßig):

2. regelmäßig (in zeitlich gleicher Folge):

3. regelmäßig (immer wieder stattfindend):

II. re·gel··ßig ΕΠΊΡΡ

1. regelmäßig (in gleichmäßiger Folge):

2. regelmäßig (immer wieder):

Καταχώριση OpenDict

regelmäßig ΕΠΊΡΡ

ein regelmäßiger/unregelmäßiger Puls
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Hypothekendarlehen ουδ mit regelmäßiger Tilgung
regelmäßiger Besucher/regelmäßige Besucherin αρσ
das Magazin erscheint jetzt regelmäßiger

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Viele Hofjes hatten ihre eigene Kirche, regelmäßiger Kirchenbesuch war Pflicht; ein Wegbleiben über Nacht nur mit Zustimmung der Regenten möglich.
de.wikipedia.org
Von relativ regelmäßiger Gestalt beträgt der Abstand von diesseitigen zum jenseitigen Ufer zwischen 300 und maximal 500 Metern.
de.wikipedia.org
Seit 2004 wird das Stadion wieder als regelmäßiger Austragungsort für Baseballspiele genutzt.
de.wikipedia.org
Dort trat er als regelmäßiger Torschütze in Erscheinung, mit 15 Saisontreffern in 33 Ligaspielen platzierte er sich an elfter Stelle der Torschützenliste.
de.wikipedia.org
Ein regelmäßiger Gast des Waldes ist der Sikahirsch.
de.wikipedia.org