Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

There
Defects

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Man·gel1 <-s, Mängel> [ˈmaŋl̩, πλ ˈmɛŋl̩] ΟΥΣ αρσ

1. Mangel (Fehler):

offene Mängel
technische Mängel

2. Mangel kein πλ (Knappheit):

es besteht [o. herrscht] Mangel an etw δοτ

3. Mangel ΝΟΜ:

Man·gel2 <-, -n> [ˈmaŋl̩] ΟΥΣ θηλ

ιδιωτισμοί:

jdn durch die Mangel drehen [o. jdn in der Mangel haben] [o. jdn in die Mangel nehmen] οικ
to grill sb οικ
jdn durch die Mangel drehen [o. jdn in der Mangel haben] [o. jdn in die Mangel nehmen] οικ
to give sb a grilling οικ
Καταχώριση OpenDict

Mangel ΟΥΣ

Mangel αρσ
paucity τυπικ
Καταχώριση OpenDict

Mangel ΟΥΣ

dearth [of sth] τυπικ
Καταχώριση OpenDict

Mangel ΟΥΣ

a dearth of sth
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Mangel αρσ <-s> an +δοτ
Mangel αρσ an Logik
Mangel αρσ <-s, Män·gel>
Mangel αρσ an Arbeitskräften αρσ
Mangel αρσ <-s> an +δοτ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Mangel ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Mangel αρσ
Mangel αρσ
Mangel αρσ
Mangel αρσ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Chlorapatit bildet sich weit seltener als Fluor- oder Hydroxylapatit und tritt nur in Umgebungen mit einem Mangel an Fluor auf.
de.wikipedia.org
Der Hauptverdächtige in dem Fall wurde später aus Mangel an Beweisen freigelassen.
de.wikipedia.org
Aus dem Mangel göttlicher Legitimation heraus würden sie von Unternährer gerichtet und «abgetan» werden.
de.wikipedia.org
Bedingt durch den Mangel an Arbeitsplätzen entstand eine hohe und anhaltende Arbeitslosigkeit.
de.wikipedia.org
Rein prozedurale Prinzipien können den Mangel, dass formal bestehende Chancen aufgrund tatsächlicher Verhältnisse nicht wahrgenommen werden können, nicht abbilden.
de.wikipedia.org