Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

лениво
Galle

στο λεξικό PONS

I. gall1 [gɔ:l] ΟΥΣ

1. gall (bile):

Galle θηλ <-, -n>

2. gall (something bitter):

Bitternis θηλ <-, -se> τυπικ
Bitterkeit θηλ <->
to be gall and wormwood for sb λογοτεχνικό

3. gall (annoyance):

Ärger αρσ <-s>

ιδιωτισμοί:

II. gall1 [gɔ:l] ΡΉΜΑ μεταβ

sth galls sb
etw ist bitter für jdn

gall2 ΟΥΣ βρετ

gall συντομογραφία: gallon

gal·lon [ˈgælən] ΟΥΣ

Gallone θηλ <-, -n>
gallons μτφ
Unmengen οικ pl

I. crown [kraʊn] ΟΥΣ

1. crown (of a monarch):

Krone θηλ <-, -n>
Dornenkrone θηλ <-, -n>

2. crown:

Geschäftsstellenbeamte(r)(-beamtin) αρσ (θηλ)

3. crown (sporting title):

4. crown ΑΝΑΤ:

Scheitel αρσ <-s, ->
Krone θηλ <-, -n>

5. crown (top):

Kuppe θηλ <-, -n>
Gipfel αρσ <-s, ->
[Dach]first αρσ
Krone θηλ <-, -n>

6. crown βρετ ιστ (coin):

Krone θηλ <-, -n>

ιδιωτισμοί:

to steal sb's crown

II. crown [kraʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

1. crown (as monarch):

2. crown ΑΘΛ:

3. crown (make perfect):

to crown sth

4. crown λογοτεχνικό (top):

to crown sth

5. crown οικ (hit on head):

jdm eins überziehen οικ [o. aufs Dach geben]

6. crown ΙΑΤΡ:

ιδιωτισμοί:

to crown it all βρετ, αυστραλ ειρων
als [o. zur] Krönung des Ganzen ειρων
Καταχώριση OpenDict

gall ΡΉΜΑ

to gall sth
to gall sth
Καταχώριση OpenDict

crown ΡΉΜΑ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

crown ΟΥΣ

Baumkrone θηλ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

crown gall [ˌkraʊnˈɡɔːl] ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

crown ΟΥΣ ΖΩΟΛ

Kamm αρσ
Present
Igall
yougall
he/she/itgalls
wegall
yougall
theygall
Past
Igalled
yougalled
he/she/itgalled
wegalled
yougalled
theygalled
Present Perfect
Ihavegalled
youhavegalled
he/she/ithasgalled
wehavegalled
youhavegalled
theyhavegalled
Past Perfect
Ihadgalled
youhadgalled
he/she/ithadgalled
wehadgalled
youhadgalled
theyhadgalled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Her work focused on crown gall and gladiolus diseases and pests.
en.wikipedia.org
This was once the source of crown gall disease in plants.
www.healthline.com