στο λεξικό PONS
Com·pa·nies ˈHouse ΟΥΣ βρετ
House of Rep·re·ˈsen·ta·tives ΟΥΣ no pl, + ενικ/pl ρήμα αμερικ, αυστραλ, αγγλ Ν Ζ
I. house-to-ˈhouse ΕΠΊΘ usu προσδιορ, αμετάβλ
house-to-house ˈsell·ing ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
clearing house ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
discount house ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Diskonthaus ουδ
trading house ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
-
- Handelshaus ουδ
finance house ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
forfaiting house ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
investment house ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
exchange house ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
securities house ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
discount house ΟΥΣ handel
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
terraced house [ˈterɪstˌhaʊs] βρετ αυστραλ, row house αμερικ ΟΥΣ
detached house [dɪˈtætʃtˌhaʊs] ΟΥΣ
two-family house ΟΥΣ
single family house, single family home αμερικ ΟΥΣ
mail order company, mail order house ΟΥΣ
cause of death ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
house keeping gene ΟΥΣ
deprivation experiment, Kasper – Hauser experiment
reuse, recycle ΡΉΜΑ
fuse [fjuːz] ΡΉΜΑ
carcinogen-mouse [kɑːˈsɪnədʒnˌmaʊs] ΟΥΣ
giant mouse ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
exhaust fumes ΠΕΡΙΒ
mixture of uses ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ
vulnerable road users ΟΔ ΑΣΦ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.