Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lavviso
assuré

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

insured party ΟΥΣ

assuré/-e αρσ/θηλ
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
assuré (assurée)
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. insure [βρετ ɪnˈʃɔː, ɪnˈʃʊə, αμερικ ɪnˈʃʊr] ΡΉΜΑ μεταβ

1. insure (protect):

insure baggage, person, property
to insure sb/sth against sth
assurer qn/qc contre qc

2. insure (take precautions):

3. insure αμερικ → ensure

II. insured ΕΠΊΘ

ensure [βρετ ɪnˈʃɔː, ɪnˈʃʊə, ɛnˈʃʊə, ɛnˈʃɔː, αμερικ ɪnˈʃʊr, ɛnˈʃʊr] ΡΉΜΑ μεταβ

+ υποτ to ensure sb place, ticket
garantir or assurer [qc] à qn

I. party [βρετ ˈpɑːti, αμερικ ˈpɑrdi] ΟΥΣ

1. party:

fête θηλ
soirée θηλ
réception θηλ
pot αρσ de départ οικ
I'm having a party προσδιορ atmosphere, spirit

2. party (group):

groupe αρσ
party ΣΤΡΑΤ

3. party ΠΟΛΙΤ:

parti αρσ
the Party προσδιορ activist, conference, loyalty, meeting, member, policy

4. party ΝΟΜ (individual, group):

partie θηλ
a party to the suit ΝΟΜ

5. party:

to be a party to (participant) τυπικ crime

6. party (person):

party οικ, χιουμ, παρωχ
individu αρσ

II. party [βρετ ˈpɑːti, αμερικ ˈpɑrdi] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

στο λεξικό PONS

στο λεξικό PONS

insure [ɪnˈʃʊəʳ, αμερικ -ˈʃʊr] ΡΉΜΑ μεταβ

I. insured ΕΠΊΘ

II. insured ΟΥΣ τυπικ ΝΟΜ

l'assuré(e) αρσ (θηλ)

I. party <-ties> [ˈpɑ:ti, αμερικ ˈpɑ:rt̬i] ΟΥΣ

1. party (social gathering):

fête θηλ

2. party (evening gathering):

soirée θηλ

3. party (reception):

réception θηλ

4. party (political group):

parti αρσ

5. party (group of visitors):

groupe αρσ

6. party (side in lawsuit, contract):

partie θηλ
to be a party to sth

7. party αμερικ οικ (person):

type αρσ

II. party <-ie-> [ˈpɑ:ti, αμερικ ˈpɑ:rt̬i] ΡΉΜΑ αμετάβ

στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

I. insured ΕΠΊΘ

II. insured ΟΥΣ τυπικ ΝΟΜ

l'assuré(e) αρσ (θηλ)

insure [ɪn·ˈʃʊr] ΡΉΜΑ μεταβ

I. party <-ties> [ˈpar·t̬i] ΟΥΣ

1. party (social gathering):

fête θηλ

2. party (evening gathering):

soirée θηλ

3. party (reception):

réception θηλ

4. party (political group):

parti αρσ

5. party (group of visitors):

groupe αρσ

6. party (side in lawsuit, contract):

partie θηλ
to be a party to sth

II. party <-ie-> [ˈpar·t̬i] ΡΉΜΑ αμετάβ

Present
Iinsure
youinsure
he/she/itinsures
weinsure
youinsure
theyinsure
Past
Iinsured
youinsured
he/she/itinsured
weinsured
youinsured
theyinsured
Present Perfect
Ihaveinsured
youhaveinsured
he/she/ithasinsured
wehaveinsured
youhaveinsured
theyhaveinsured
Past Perfect
Ihadinsured
youhadinsured
he/she/ithadinsured
wehadinsured
youhadinsured
theyhadinsured

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Early usage of the term carried negative connotations, implying fraud or immoral behavior (usually on the part of an insured party).
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "insured party" σε άλλες γλώσσες