Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: auto , caution , cause , culbuto και cautère

auto [oto] ΟΥΣ θηλ

auto συντομογραφία: automobile

Auto ουδ
Autoskooter αρσ

Βλέπε και: automobile

I . automobile [otomɔbil] ΕΠΊΘ

1. automobile ΤΕΧΝΟΛ:

Motorboot ουδ
Kraftwagen αρσ /Kraftfahrzeug ουδ

2. automobile (relatif à la voiture):

Auto-
Automobil-
Kraftfahrzeug-
Rennfahrer αρσ
Motorsport αρσ

II . automobile [otomɔbil] ΟΥΣ θηλ

1. automobile:

Auto ουδ
Automobil ουδ απαρχ

2. automobile (sport):

Motorsport αρσ

3. automobile (industrie):

caution [kosjɔ͂] ΟΥΣ θηλ

2. caution (personne qui se porte garant):

Bürge αρσ /Bürgin θηλ
caution ΝΟΜ
Bürgschaftsnehmer(in) αρσ (θηλ) ειδικ ορολ
Mitbürge/-bürgin ειδικ ορολ
Nebenbürge/-bürgin
Ausfallbürge ειδικ ορολ

II . caution [kosjɔ͂]

cause [koz] ΟΥΣ θηλ

6. cause ΦΙΛΟΣ:

Ursache θηλ
Urgrund αρσ

II . cause [koz]

Klagegrund αρσ
cause de nullité ΝΟΜ
cause de nullité ΝΟΜ
Anfechtungsgrund ειδικ ορολ
Anknüpfungsgrund αρσ ειδικ ορολ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina