Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

στο λεξικό PONS

commune [kɔmyn] ΟΥΣ θηλ

1. commune:

commune
Gemeinde θηλ
commune
Kommune θηλ

2. commune ΙΣΤΟΡΊΑ:

commun [kɔmœ͂] ΟΥΣ αρσ

commun(e) [kɔmœ͂, yn] ΕΠΊΘ

1. commun (partagé par plusieurs):

2. commun (utilisé par plusieurs):

commun(e) cuisine, salle

3. commun ΜΑΘ:

4. commun (général):

commun(e) volonté
commun(e) bien, intérêt

5. commun (courant):

commun(e) erreur, variété

6. commun (trivial):

commun(e) personne, manières

lieu commun <lieux communs> [ljøkɔmœ͂] ΟΥΣ αρσ

lieu commun μειωτ (mot banal)
Allerweltswort ουδ pej
Καταχώριση OpenDict

marsouin commun ΟΥΣ

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)