Γαλλικά » Γερμανικά

juge-arbitre <juges-arbitres> [ʒyʒaʀbitʀ] ΟΥΣ m

juge-commissaire <juges-commissaires> [ʒyʒkɔmisɛʀ] ΟΥΣ mf

III . juger1 [ʒyʒe] ΡΉΜΑ αυτο

1. juger JUR:

juger2

juger → jugé

Βλέπε και: jugé

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文