στο λεξικό PONS
Ton·tech·ni·ker(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
I. gen·tech·nisch ΕΠΊΘ
II. gen·tech·nisch ΕΠΊΡΡ
me·di·zi·nisch-tech·ni·sche(r) As·sis·tent(in) <-en, -en> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
I. tech·nisch [ˈteçnɪʃ] ΕΠΊΘ
1. technisch προσδιορ (technologisch):
2. technisch (technisches Wissen vermittelnd):
3. technisch (Ausführungsweise):
II. tech·nisch [ˈteçnɪʃ] ΕΠΊΡΡ (auf technischem Gebiet)
Zeich·ner(in) <-s, -> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
1. Zeichner ΤΈΧΝΗ:
2. Zeichner ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
- Zeichner(in)
-
Un·mög·lich·keit <-> ΟΥΣ θηλ kein πλ a. ΝΟΜ
I. ver·kehrs·tech·nisch ΕΠΊΘ
II. ver·kehrs·tech·nisch ΕΠΊΡΡ
kern·tech·nisch ΕΠΊΘ αμετάβλ
bio·tech·nisch [bioˈtɛçnɪʃ] ΕΠΊΘ αμετάβλ
flug·tech·nisch ΕΠΊΘ
groß·tech·nisch ΕΠΊΘ
gentechnisch ΕΠΊΡΡ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
technische Reaktion phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ
technische Korrektur phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ
technische Analyse phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ
markttechnischer Indikator phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Grenzrate der technischen Substitution ΟΥΣ θηλ CTRL
Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA
Technische Daten
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.