στο λεξικό PONS
As·sis·tent(in) <-en, -en> [asɪsˈtɛnt] ΟΥΣ αρσ(θηλ)
2. Assistent ΙΑΤΡ (Assistenzarzt):
I. me·di·zi·nisch [mediˈtsi:nɪʃ] ΕΠΊΘ
1. medizinisch (ärztlich):
2. medizinisch (heilkundlich):
3. medizinisch (heilend):
II. me·di·zi·nisch [mediˈtsi:nɪʃ] ΕΠΊΡΡ
1. medizinisch (ärztlich):
2. medizinisch (heilkundlich):
3. medizinisch (heilend):
R, r <-, - [o. οικ -s, -s]> [ɛr] ΟΥΣ ουδ
A, a <-, - [o. οικ -s, -s]> [a:] ΟΥΣ ουδ
1. A (Buchstabe):
ιδιωτισμοί:
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
r ΕΠΊΘ
r συντομογραφία: repartiert ΧΡΗΜΑΤΑΓ
- r (Kurszusatz)
-
- r (Kurszusatz)
-
repartiert ΕΠΊΡΡ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- Medium
- Medium Term Note
- Medium Term Notes-Programm
- Medizin
- Medizinalassistent
- medizinisch-technische r Assistent
- Medizinmann
- Medizinprodukt
- Medizinstudent
- Medizintechnik
- Meer