στο λεξικό PONS
Kre·dit·be·treu·ung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΤΜΉΜ
Kin·der·be·treu·ung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Kun·den·be·treu·ung ΟΥΣ θηλ
Ganz·tags·be·treu·ung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Ver·un·treu·ung <-, -en> ΟΥΣ θηλ ΝΟΜ
Zer·streu·ung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
1. Zerstreuung (unterhaltender Zeitvertreib):
2. Zerstreuung (Verteilung):
3. Zerstreuung → Zerstreutheit
Zer·streut·heit <-> ΟΥΣ θηλ kein πλ
De·pot·be·sitz <-es, ohne pl> ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
An·la·ge·streu·ung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Betreuung ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Depot A-Betreuung ΟΥΣ θηλ ΤΜΉΜ
Depot D-Betreuung ΟΥΣ θηλ ΤΜΉΜ
Depot B-Betreuung ΟΥΣ θηλ ΤΜΉΜ
Sonderpfanddepot ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Pfanddepot ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Kundenbetreuung ΟΥΣ θηλ ΤΜΉΜ
Betreuungskapazität ΟΥΣ θηλ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ
Betreuungseinheit ΟΥΣ θηλ ΤΜΉΜ
Betreuungskonzept ΟΥΣ ουδ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ
Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)
Betreuungsangebot ΟΥΣ ουδ
1. Betreuungsangebot (Schule):
2. Betreuungsangebot (jugendliche Straffällige):
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- Pfand
- pfändbar
- Pfändbarkeit
- Pfandbestellung
- Pfandbrief
- Pfanddepotbetreuung
- pfänden
- Pfänderspiel
- Pfandflasche
- Pfandgeber
- Pfandgegenstand