Oxford Spanish Dictionary
country <pl countries> [αμερικ ˈkəntri, βρετ ˈkʌntri] ΟΥΣ
1.2. country C (people):
1.3. country C (native land):
2. country U (rural area):
3. country U (region):
eastern [αμερικ ˈistərn, βρετ ˈiːst(ə)n] ΕΠΊΘ
1. eastern ΓΕΩΓΡ:
I. central [αμερικ ˈsɛntrəl, βρετ ˈsɛntr(ə)l] ΕΠΊΘ
II. central [αμερικ ˈsɛntrəl, βρετ ˈsɛntr(ə)l] ΟΥΣ αμερικ ΙΣΤΟΡΊΑ
II. European [αμερικ ˌjʊrəˈpiən, βρετ jʊərəˈpiːən] ΟΥΣ
2. European ΠΟΛΙΤ (pro EU):
- European βρετ
- europeísta αρσ θηλ
and [αμερικ ænd, (ə)n, βρετ ənd, (ə)n, and] ΣΎΝΔ The usual translation of and, y, becomes e when it precedes a word beginning with i, hi, or y.
and is sometimes used between two verbs in English to mean in order to:
let's wait and see esperemos para ver qué or lo que pasa.
1.1. and:
2. and (in numbers):
3. and (showing continuation, repetition):
4. and with inf:
5.1. and (implying a result):
στο λεξικό PONS
I. country [ˈkʌntri] -ies ΟΥΣ
central [ˈsentrəl] ΕΠΊΘ
1. central (at the middle):
2. central (important):
and [ən, ənd, stressed: ænd] ΣΎΝΔ
1. and:
I. country [ˈkʌn·tri] ΟΥΣ
central [ˈsen·trəl] ΕΠΊΘ
2. central (important):
and [ən, ənd, stressed: ænd] ΣΎΝΔ
1. and:
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- centiliter
- centilitre
- centimeter
- centimetre
- centipede
- Central and Eastern European Countries
- central bank
- central casting
- Central Europe
- Central European
- central government