στο λεξικό PONS
I. sur·plus <pl -es> [ˈsɜ:pləs, αμερικ ˈsɜ:r-] ΟΥΣ
1. surplus (excess):
2. surplus (financial):
II. sur·plus [ˈsɜ:pləs, αμερικ ˈsɜ:r-] ΕΠΊΘ αμετάβλ
1. surplus (extra):
2. surplus (dispensable):
I. budg·et [ˈbʌʤɪt] ΟΥΣ
1. budget (financial plan):
2. budget (government):
II. budg·et [ˈbʌʤɪt] ΡΉΜΑ μεταβ
III. budg·et [ˈbʌʤɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ
IV. budg·et [ˈbʌʤɪt] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ
budget ΡΉΜΑ
-
- 1.000.000 Dollar budgetieren
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
budget surplus/deficit ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
surplus ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
surplus ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
-
- Aktivsaldo αρσ
surplus ΟΥΣ CTRL
-
- Überbestand αρσ
budget ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
surplus [ˈsɜːpləs] ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
surplus [ˈsɜːpləs] ΕΠΊΘ
| I | budget |
|---|---|
| you | budget |
| he/she/it | budgets |
| we | budget |
| you | budget |
| they | budget |
| I | budgeted |
|---|---|
| you | budgeted |
| he/she/it | budgeted |
| we | budgeted |
| you | budgeted |
| they | budgeted |
| I | have | budgeted |
|---|---|---|
| you | have | budgeted |
| he/she/it | has | budgeted |
| we | have | budgeted |
| you | have | budgeted |
| they | have | budgeted |
| I | had | budgeted |
|---|---|---|
| you | had | budgeted |
| he/she/it | had | budgeted |
| we | had | budgeted |
| you | had | budgeted |
| they | had | budgeted |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- budgeting principle
- budgetization
- budget law
- budget nature
- budget outturn
- budget surplus deficit
- budget target
- budget total
- budget variance
- budget year
- budge up