στο λεξικό PONS
APR [ˌeɪpi:ˈɑ:ʳ, αμερικ -ˈɑ:r] ΟΥΣ
APR ΧΡΗΜΑΤΟΠ συντομογραφία: annual percentage rate
-
- Jahreszinssatz αρσ
an·nual per·ˈcent·age rate, APR ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
SPR [αμερικ ˌespi:ɑ:r] ΟΥΣ αμερικ
SPR συντομογραφία: strategic petroleum reserve
pre-K [pri:ˈkeɪ] ΟΥΣ
pre-K συντομογραφία: pre-kindergarten
-
- ≈Krabbelgruppe θηλ
pro- [prəʊ, αμερικ proʊ] ΣΎΝΘ
an·nual per·ˈcent·age rate, APR ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
II. pro2 [prəʊ, αμερικ proʊ] ΟΥΣ
cardiopulmonary resuscitation, CPR ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
NPV method ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
APR ΟΥΣ
APR συντομογραφία: annual percentage rate ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
annual percentage rate ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
pro-cyclical ΕΠΊΘ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
PRSP ΟΥΣ
PRSP συντομογραφία: Poverty Reduction Strategy Paper ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
Poverty Reduction Strategy Paper ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
pro-forma information ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
pre-opening ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
PRGF ΟΥΣ
PRGF συντομογραφία: Poverty Reduction and Growth Facility ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
-
- PRGF θηλ
Poverty Reduction and Growth Facility ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
net primary production (NPP) ΟΥΣ
GNP (Gross National Product) ΟΥΣ
single nucleotide polymorphism (SNP) [ˈsɪŋɡlˈnjuːkliətaɪdˌpɒlɪˈmɔːfɪzm] ΟΥΣ
-
- SNP (Punktmutationen, in denen sich zwei Allele unterschieden)
predator-prey relationship
prop root, brace root ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
signal pre-emption ΥΠΟΔΟΜΉ, public transport
personal rapid transit, PRT ΔΗΜ ΣΥΓΚ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.