Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

écoutons
relations

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. dealing [βρετ ˈdiːlɪŋ, αμερικ ˈdilɪŋ] ΟΥΣ

1. dealing ΕΜΠΌΡ:

vente θηλ
opération θηλ
dealing in luxury goods is profitable προσδιορ cost, firm, service

2. dealing ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ:

donne θηλ

3. dealing (trafficking):

trafic αρσ

II. dealings ΟΥΣ

dealings ουσ πλ (gen):

dealings
relations θηλ πλ (with avec)
dealings ΕΜΠΌΡ
relations θηλ πλ commerciales (with avec)
to have dealings with sb
underhand dealings
magouilles οικ
to be cautious in one's dealings with sb
to be just in one's dealings with sb
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
shady dealings πλ
secret relations ou dealings
to have business dealings with sb

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

dealings ΟΥΣ πλ

1. dealings (manner of doing business):

dealings
to have dealings with sb

2. dealings (way of behaving):

dealings

3. dealings (passing out cards):

dealings
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
dealings
dark dealings
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

dealings ΟΥΣ πλ

1. dealings (transactions):

dealings

2. dealings (manner of doing business):

dealings
to have dealings with sb
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
dealings
dark dealings

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

dealings with authorities

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

to have dealings with sb

Αναζήτηση "dealings" σε άλλες γλώσσες