Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Tribunale
Due

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

fäl·lig [ˈfɛlɪç] ΕΠΊΘ

1. fällig (anstehend):

due usu κατηγορ
fällig ΧΡΗΜΑΤΟΠ a.
the payments are due on 23rd τυπικ

2. fällig οικ (dran sein, geliefert sein):

to be [in] for it οικ
fällige Gebühr
fällige Steuern
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
sofort fällige Strafe
täglich fällige Gelder
Quartalstag αρσ [für fällige Zahlungen]

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

fällige Forderung phrase ΛΟΓΙΣΤ

fällige Forderung

fällig ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ

fällig ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ

täglich fällige Einlage phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

täglich fällige Einlage

fällig werden ΡΉΜΑ αμετάβ ΛΟΓΙΣΤ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
fällige Forderung θηλ
fällige Schulden θηλ
täglich fällige Einlage θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Wenn die Wertentwicklung des Investmentfonds geringer ist als erwartet, dann entsteht am Ende der Darlehenslaufzeit eine Finanzierungslücke, weil der Wert der Investmentanteile geringer ist als die dann fällige Darlehensschuld.
de.wikipedia.org
Dem säumigen Zahler wurde nun eine Frist gesetzt, innerhalb derer er die fällige Zubuße und die nächste fällige Zahlung tätigen musste.
de.wikipedia.org
Eine Ordnungswidrigkeit beging, wer seine Gebührenpflicht nicht innerhalb eines Monats anzeigte oder fällige Beiträge nicht vollständig innerhalb von sechs Monaten zahlte.
de.wikipedia.org
Werden fällige Forderungen (auch Kredite) durch die Kreditgeber gestundet oder halten die Gläubiger still, kann auch darin Kulanz erblickt werden.
de.wikipedia.org
Dennoch erfüllen viele Firmen die Pflichtquote nicht und bezahlen die dadurch fällige Ausgleichsabgabe.
de.wikipedia.org