στο λεξικό PONS
Kon·tra·hent(in) <-en, -en> [kɔntraˈhɛnt] ΟΥΣ αρσ(θηλ) τυπικ
- Kontrahent(in)
-
- Kontrahent(in)
-
Kon·tra·bass <-es, -bässe> ΟΥΣ αρσ
An·trag <-[e]s, -träge> [ˈantra:k, πλ ˈantrɛ:gə] ΟΥΣ αρσ
1. Antrag (Beantragung):
2. Antrag (Formular):
Bau·an·trag ΟΥΣ αρσ
Ein·trag <-[e]s, Einträge> [ˈaintra:k, πλ ˈaintrɛ:gə] ΟΥΣ αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Forward-Kontrakt ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Futures-Kontrakt ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Kontrahent ΟΥΣ αρσ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ
Contract Specs ΟΥΣ πλ ΕΜΠΌΡ
Skontro ΟΥΣ ουδ ΛΟΓΙΣΤ
Gesetz zur Kontrolle und Transparenz im Unternehmensbereich ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.