Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

tempered
Attacks
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

An·schlag1 <-(e)s, -schläge> ΟΥΣ αρσ

to attack [or assault] sth
einen Anschlag auf jdn vorhaben χιουμ οικ
to have a request [or χιουμ οικ tiny request] for sb
einen Anschlag auf jdn vorhaben χιουμ οικ
to have a favour [or αμερικ -or] to ask of sb

An·schlag2 <-(e)s, -schläge> ΟΥΣ αρσ

1. Anschlag (betätigte Taste):

Anschlag von Klavier
Anschlag von Klavier
Anschlag von Schreibmaschine
200 Anschläge die Minute
≈ 40 words a minute

2. Anschlag (angeschlagene Bekanntmachung):

3. Anschlag:

Anschlag ΤΕΧΝΟΛ (Widerstand)
Anschlag ΟΙΚΟΔ (Tür)
he floored it οικ

4. Anschlag ΑΘΛ (Schwimmbewegung):

5. Anschlag ΣΤΡΑΤ:

to aim sth [at sb]
to draw [or take] a bead on sb

6. Anschlag ΜΟΥΣ:

An·schlag3 <-(e)s, -schläge> ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

etw in Anschlag bringen τυπικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Anschlag αρσ <-(e)s, -schläge> esp CH

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Zum ersten Jahrestag der Anschläge wurde 2016 in der wiedereröffneten U-Bahn-Station eine Gedenkwand eingeweiht.
de.wikipedia.org
Diese rührten auch daher, dass die Menschen dort durch Extrablätter, Anschläge an den Litfaßsäulen oder offizielle Bekanntmachungen am schnellsten die neuesten Entwicklungen erfuhren.
de.wikipedia.org
Es sei nicht möglich, Anschläge dieser Größenordnung ohne deren Duldung durchzuführen.
de.wikipedia.org
Da Attentate und Anschläge die syndikalistische Arbeit stark erschwerten, arbeiteten zunehmend auch Anarchosyndikalisten selbst an der Eindämmung der Gewalt.
de.wikipedia.org
Zugleich wurden Anschläge auf ausländische Tanklastwagen angekündigt.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "Anschläge" σε άλλες γλώσσες