στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
I. deed [βρετ diːd, αμερικ did] ΟΥΣ
1. deed (action):
II. deed [βρετ diːd, αμερικ did] ΡΉΜΑ μεταβ αμερικ ΝΟΜ
I. transfer ΟΥΣ [βρετ ˈtransfəː, ˈtrɑːnsfəː, ˈtranzfəː, ˈtrɑːnzfəː, αμερικ ˈtræn(t)sfər]
1. transfer (transmission):
- transfer (of information, technology, skills, power, heat, goods, ownership, funds)
-
-
- trasferimento αρσ
-
- trasmissione θηλ
2. transfer (relocation):
3. transfer βρετ:
5. transfer αμερικ ΣΙΔΗΡ:
II. transfer <forma in -ing transferring, παρελθ, μετ παρακειμ transferred> ΡΉΜΑ μεταβ [βρετ transˈfəː, trɑːnsˈfəː, tranzˈfəː, trɑːnzˈfəː, αμερικ trænsˈfər, ˈtrænsfər]
III. transfer <forma in -ing transferring, παρελθ, μετ παρακειμ transferred> ΡΉΜΑ αμετάβ [βρετ transˈfəː, trɑːnsˈfəː, tranzˈfəː, trɑːnzˈfəː, αμερικ trænsˈfər, ˈtrænsfər]
1. transfer (relocate):
- transfer employee, player, passenger, civil servant:
-
3. transfer ΠΑΝΕΠ student:
στο λεξικό PONS
I. transfer1 <-rr-> [trænts·ˈfɜ:r] ΡΉΜΑ μεταβ
II. transfer1 <-rr-> [trænts·ˈfɜ:r] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. transfer (move):
transfer2 [ˈtrænts·fɜ:r] ΟΥΣ
| I | deed |
|---|---|
| you | deed |
| he/she/it | deeds |
| we | deed |
| you | deed |
| they | deed |
| I | deeded |
|---|---|
| you | deeded |
| he/she/it | deeded |
| we | deeded |
| you | deeded |
| they | deeded |
| I | have | deeded |
|---|---|---|
| you | have | deeded |
| he/she/it | has | deeded |
| we | have | deeded |
| you | have | deeded |
| they | have | deeded |
| I | had | deeded |
|---|---|---|
| you | had | deeded |
| he/she/it | had | deeded |
| we | had | deeded |
| you | had | deeded |
| they | had | deeded |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.