Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

miese
impianto di trivellazione

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

drilling rig [αμερικ ˈdrɪlɪŋ ˌrɪɡ] ΟΥΣ

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. drill1 [βρετ drɪl, αμερικ drɪl] ΟΥΣ

1. drill (tool):

trapano αρσ
trivella θηλ
sonda θηλ
trivella θηλ
drill ΙΑΤΡ
trapano αρσ

2. drill ΣΤΡΑΤ:

3. drill (practice):

4. drill ΣΧΟΛ (repetition):

esercizio αρσ (orale)

5. drill βρετ (procedure) οικ:

II. drill1 [βρετ drɪl, αμερικ drɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. drill:

drill wood, metal, masonry
drill shaft, well, tunnel
drill ΙΑΤΡ tooth

2. drill ΣΤΡΑΤ:

drill troops

3. drill:

to drill sb in sth

ιδιωτισμοί:

to drill sth into sb

III. drill1 [βρετ drɪl, αμερικ drɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. drill (in wood, metal, masonry):

fare un buco (into in)
drill ΙΑΤΡ
to drill for oil, water

2. drill ΣΤΡΑΤ:

I. drill2 [βρετ drɪl, αμερικ drɪl] ΟΥΣ

1. drill (furrow):

solco αρσ

2. drill ΓΕΩΡΓ (machine):

II. drill2 [βρετ drɪl, αμερικ drɪl] ΡΉΜΑ μεταβ ΓΕΩΡΓ

drill3 [βρετ drɪl, αμερικ drɪl] ΟΥΣ ΖΩΟΛ

drillo αρσ

drill4 [βρετ drɪl, αμερικ drɪl] ΟΥΣ (fabric)

traliccio αρσ

drilling [βρετ ˈdrɪlɪŋ, αμερικ ˈdrɪlɪŋ] ΟΥΣ

perforazione θηλ (for per cercare)
drilling ΙΑΤΡ

I. rig [βρετ rɪɡ, αμερικ rɪɡ] ΟΥΣ βρετ οικ (trick)

trucco αρσ
imbroglio αρσ

II. rig <forma in -ing rigging, παρελθ, μετ παρακειμ rigged> [βρετ rɪɡ, αμερικ rɪɡ] ΡΉΜΑ μεταβ (control fraudulently)

rig election
rig result competition, race
rig market

III. rig [βρετ rɪɡ, αμερικ rɪɡ] ΟΥΣ

1. rig ΝΑΥΣ:

2. rig (for drilling oil):

3. rig (piece of equipment):

parte θηλ

4. rig αμερικ (carriage):

5. rig αμερικ (lorry):

rig οικ
autotreno αρσ

6. rig (clothes) οικ → rig-out

IV. rig <forma in -ing rigging, παρελθ, μετ παρακειμ rigged> [βρετ rɪɡ, αμερικ rɪɡ] ΡΉΜΑ μεταβ ΝΑΥΣ

rig boat

rig-out [βρετ, αμερικ ˈrɪ ˌɡaʊt] ΟΥΣ οικ

tenuta θηλ
modo αρσ di vestire

στο λεξικό PONS

drilling rig ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

I. drill [drɪl] ΟΥΣ

1. drill ΤΕΧΝΟΛ, ΙΑΤΡ:

trapano αρσ

2. drill ΣΤΡΑΤ, ΣΧΟΛ:

esercitazione θηλ pl

II. drill [drɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. drill ΤΕΧΝΟΛ:

2. drill ΣΧΟΛ:

to drill sth into sb
inculcare qc a qn

3. drill ΣΤΡΑΤ:

III. drill [drɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. drill ΤΕΧΝΟΛ:

2. drill (go through exercise):

3. drill ΣΤΡΑΤ:

IV. drill [drɪl] ΕΠΊΘ ΣΤΡΑΤ

I. rig <-gg-> [rɪg] ΡΉΜΑ μεταβ

1. rig (falsify):

2. rig ΝΑΥΣ:

II. rig <-gg-> [rɪg] ΟΥΣ

1. rig ΤΕΧΝΟΛ:

2. rig (truck):

3. rig ΝΑΥΣ:

4. rig οικ (clothing):

completo αρσ
Present
Idrill
youdrill
he/she/itdrills
wedrill
youdrill
theydrill
Past
Idrilled
youdrilled
he/she/itdrilled
wedrilled
youdrilled
theydrilled
Present Perfect
Ihavedrilled
youhavedrilled
he/she/ithasdrilled
wehavedrilled
youhavedrilled
theyhavedrilled
Past Perfect
Ihaddrilled
youhaddrilled
he/she/ithaddrilled
wehaddrilled
youhaddrilled
theyhaddrilled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The choice of tube size is a trade-off between the rock core diameter desired and the depth that can be drilled with a particular drilling rig motor.
en.wikipedia.org
An example of this is erecting the mast of a large mobile drilling rig.
en.wikipedia.org
The classical method of drilling and production was the following: a drilling rig is erected and a borehole is drilled using a drilling bit and rope.
en.wikipedia.org
The company expanded on this when it designed and manufactured the most powerful directional drilling rig to date in 1996.
en.wikipedia.org
Operators may use a portable spool (on the back of a special truck) or a permanent part of the drilling rig.
en.wikipedia.org