Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

morse
torre de perforación

Oxford Spanish Dictionary

drilling rig ΟΥΣ

Oxford Spanish Dictionary
Oxford Spanish Dictionary

I. drill1 [αμερικ drɪl, βρετ drɪl] ΟΥΣ

1.1. drill (tool) C:

taladro αρσ

1.2. drill (tool) C:

taladro αρσ (manual)

1.3. drill (tool) C ΟΔΟΝΤ:

torno αρσ
fresa θηλ

1.4. drill (tool) C:

drill ΜΗΧΑΝΙΚΉ, ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ
drill ΜΗΧΑΝΙΚΉ, ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ
barreno αρσ

1.5. drill C:

broca θηλ
drill ΟΔΟΝΤ
fresa θηλ

2.1. drill U ΣΤΡΑΤ:

2.2. drill C ΣΧΟΛ:

ejercicio αρσ

2.3. drill U or C (rehearsal):

2.4. drill U (correct procedure) βρετ οικ:

3. drill U (fabric):

dril αρσ

II. drill1 [αμερικ drɪl, βρετ drɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1.1. drill hole:

1.2. drill wood/metal:

1.3. drill ΟΔΟΝΤ:

drill tooth
drill tooth

2.1. drill ΣΤΡΑΤ:

drill soldiers

2.2. drill child/pupil:

to drill sth into sb
inculcarle algo a alguien

III. drill1 [αμερικ drɪl, βρετ drɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. drill ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ:

2. drill ΣΤΡΑΤ:

drill soldiers:

drill2 [αμερικ drɪl, βρετ drɪl] ΟΥΣ ΓΕΩΡΓ

1. drill (furrow):

hilera θηλ
surco αρσ

2. drill (machine):

sembradora θηλ

I. rig1 [αμερικ rɪɡ, βρετ rɪɡ] ΟΥΣ

1. rig:

2. rig ΝΑΥΣ:

aparejo αρσ

3.1. rig (uniform, outfit):

rig οικ
atuendo αρσ

3.2. rig (equipment):

rig αργκ
equipo αρσ

4. rig αμερικ αργκ (truck):

camión αρσ

II. rig1 <μετ ενεστ rigging; παρελθ, μετ παρακειμ rigged> [αμερικ rɪɡ, βρετ rɪɡ] ΡΉΜΑ μεταβ ΝΑΥΣ

rig2 <μετ ενεστ rigging; παρελθ, μετ παρακειμ rigged> [αμερικ rɪɡ, βρετ rɪɡ] ΡΉΜΑ μεταβ (fix)

rig election/contest
rig election/contest
trinquetear Μεξ οικ
rig fight

στο λεξικό PONS

drilling rig [ˈdrɪlɪŋˌrɪg] ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

I. drill1 [drɪl] ΟΥΣ ΤΕΧΝΟΛ

taladro αρσ
drill dentist's
fresa θηλ
broca θηλ

II. drill1 [drɪl] ΡΉΜΑ μεταβ ΤΕΧΝΟΛ

III. drill1 [drɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ ΤΕΧΝΟΛ

I. drill2 [drɪl] ΟΥΣ

drill ΣΤΡΑΤ, ΣΧΟΛ:

ejercicios θηλ πλ

ιδιωτισμοί:

to know the drill οικ
what's the drill? οικ

II. drill2 [drɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. drill ΣΧΟΛ:

to drill sth into sb

2. drill ΣΤΡΑΤ:

III. drill2 [drɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. drill (go through exercise):

2. drill ΣΤΡΑΤ:

IV. drill2 [drɪl] ΕΠΊΘ ΣΤΡΑΤ

I. rig [rɪg] ΡΉΜΑ μεταβ -gg-

1. rig (falsify):

2. rig ΝΑΥΣ:

II. rig [rɪg] ΟΥΣ

1. rig ΤΕΧΝΟΛ:

2. rig αμερικ (truck):

camión αρσ

3. rig ΝΑΥΣ:

aparejo αρσ

4. rig οικ (clothing):

atuendo αρσ
στο λεξικό PONS

drilling rig ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

I. drill [drɪl] ΟΥΣ

1. drill ΤΕΧΝΟΛ:

taladro αρσ
drill dentist's
fresa θηλ
broca θηλ

2. drill ΣΤΡΑΤ, ΣΧΟΛ:

ejercicios θηλ πλ

II. drill [drɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. drill ΤΕΧΝΟΛ:

2. drill ΣΧΟΛ:

to drill sth into sb

3. drill ΣΤΡΑΤ:

III. drill [drɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. drill ΤΕΧΝΟΛ:

2. drill (go through exercise):

3. drill ΣΤΡΑΤ:

IV. drill [drɪl] ΕΠΊΘ ΣΤΡΑΤ

I. rig <-gg-> [rɪg] ΡΉΜΑ μεταβ

1. rig (falsify):

2. rig ΝΑΥΣ:

II. rig <-gg-> [rɪg] ΟΥΣ

1. rig ΤΕΧΝΟΛ:

2. rig (truck):

camión αρσ

3. rig ΝΑΥΣ:

aparejo αρσ

4. rig οικ (clothing):

atuendo αρσ
Present
Idrill
youdrill
he/she/itdrills
wedrill
youdrill
theydrill
Past
Idrilled
youdrilled
he/she/itdrilled
wedrilled
youdrilled
theydrilled
Present Perfect
Ihavedrilled
youhavedrilled
he/she/ithasdrilled
wehavedrilled
youhavedrilled
theyhavedrilled
Past Perfect
Ihaddrilled
youhaddrilled
he/she/ithaddrilled
wehaddrilled
youhaddrilled
theyhaddrilled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Stands are emplaced inside of the board of the drilling rig.
en.wikipedia.org
This includes the oil production plant, the accommodation block and the drilling rig.
en.wikipedia.org
This is important when men work with the fluid in an enclosed space such as an offshore drilling rig.
en.wikipedia.org
The platform has three decks or topsides which support the oil and gas processing units, a drilling rig and living quarters for the workers.
en.wikipedia.org
The intense nature of this operation often requires no less than the capabilities of a drilling rig.
en.wikipedia.org