Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

legalem
Mates Quittung

στο λεξικό PONS

I. re·ceipt [rɪˈsi:t] ΟΥΣ

1. receipt no pl (act of receiving):

Eingang αρσ <-(e)s> kein pl
Erhalt αρσ <-(e)s>
to be in receipt of sth τυπικ
im Besitz einer S. γεν sein

2. receipt:

Quittung θηλ <-, -en>
[Zahlungs]beleg αρσ
Empfangsbestätigung θηλ <-, -en>

3. receipt (money):

4. receipt αμερικ, ιδιωμ dated (recipe):

Rezept ουδ <-(e)s, -e>

II. re·ceipt [rɪˈsi:t] ΡΉΜΑ μεταβ

I. mate1 [meɪt] ΟΥΣ

1. mate βρετ, αυστραλ (friend):

Freund(in) αρσ (θηλ) <-(e)s, -e>
Kumpel αρσ <-s, -> οικ
CH a. Kollege(Kollegin) αρσ (θηλ)

2. mate βρετ, αυστραλ οικ (form of address):

Kumpel αρσ <-s, -> οικ
hey du, wie spät ist es denn? οικ

3. mate (sexual partner):

Partner(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
mate ΒΙΟΛ
Sexualpartner(in) αρσ (θηλ)

4. mate esp βρετ, αυστραλ (assistant):

Gehilfe(Gehilfin) αρσ (θηλ) <-n, -n>
Beifahrer(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>

5. mate μτφ (one of a pair):

Gegenstück ουδ <-(e)s, -e>

6. mate (ship's officer):

II. mate1 [meɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. mate ΒΙΟΛ:

mate animals with
sich αιτ paaren mit +δοτ

2. mate (join or connect mechanically):

to mate to sth
sich αιτ an etw αιτ ankuppeln

III. mate1 [meɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

I. mate2 [meɪt] ΟΥΣ ΣΚΆΚΙ

[Schach]matt ουδ

II. mate2 [meɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

to mate sb

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

mate's receipt ΟΥΣ handel

Mate's Receipt (MR) αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

receipt ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

receipt ΟΥΣ handel

Quittung θηλ
(Zahlungs)Beleg αρσ
Present
Ireceipt
youreceipt
he/she/itreceipts
wereceipt
youreceipt
theyreceipt
Past
Ireceipted
youreceipted
he/she/itreceipted
wereceipted
youreceipted
theyreceipted
Present Perfect
Ihavereceipted
youhavereceipted
he/she/ithasreceipted
wehavereceipted
youhavereceipted
theyhavereceipted
Past Perfect
Ihadreceipted
youhadreceipted
he/she/ithadreceipted
wehadreceipted
youhadreceipted
theyhadreceipted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος