στο λεξικό PONS
fi·nanc·ing [ˈfaɪnæn(t)sɪŋ] ΟΥΣ
I. fi·nance [ˈfaɪnæn(t)s] ΟΥΣ
1. finance no pl (money management):
2. finance no pl (money):
3. finance ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
II. fi·nance [ˈfaɪnæn(t)s] ΟΥΣ modifier ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ
III. fi·nance [ˈfaɪnæn(t)s] ΡΉΜΑ μεταβ
-
- jdn/etw finanzieren
vol·ume [ˈvɒlju:m, αμερικ ˈvɑ:l-] ΟΥΣ
2. volume no pl (amount):
3. volume no pl (sound level):
4. volume (control dial):
in·ter·nal [ɪnˈtɜ:nəl, αμερικ -ˈtɜ:r-] ΕΠΊΘ αμετάβλ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
internal financing volume ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
finance ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
internal ΕΠΊΘ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
volume
| I | finance |
|---|---|
| you | finance |
| he/she/it | finances |
| we | finance |
| you | finance |
| they | finance |
| I | financed |
|---|---|
| you | financed |
| he/she/it | financed |
| we | financed |
| you | financed |
| they | financed |
| I | have | financed |
|---|---|---|
| you | have | financed |
| he/she/it | has | financed |
| we | have | financed |
| you | have | financed |
| they | have | financed |
| I | had | financed |
|---|---|---|
| you | had | financed |
| he/she/it | had | financed |
| we | had | financed |
| you | had | financed |
| they | had | financed |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.