Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

larretrato
Wahlkampf

στο λεξικό PONS

eˈlec·tion cam·paign ΟΥΣ

Wahlkampf αρσ <-(e)s, -kämpfe>
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. cam·paign [kæmˈpeɪn] ΟΥΣ

1. campaign (publicity):

Kampagne θηλ <-, -n> für +αιτ/gegen +αιτ
Aktion θηλ <-, -en>
Feldzug αρσ <-(e)s, -züge>
Werbekampagne θηλ <-, -n>
Werbeaktion θηλ <-, -en>
Werbefeldzug αρσ <-(e)s, -züge>

2. campaign (for election):

Wahlkampf αρσ <-(e)s, -kämpfe>

3. campaign ΣΤΡΑΤ:

Feldzug αρσ <-(e)s, -züge>
Offensive θηλ <-, -n>

II. cam·paign [kæmˈpeɪn] ΟΥΣ modifier ΠΟΛΙΤ

campaign (office, poster, slogan, speech)
Wahlkampfmanager(in) αρσ (θηλ)
Wahlkampfleiter(in) αρσ (θηλ)
Wahlgeschenk ουδ <-(e)s, -e>
Wahlkampfthema ουδ <-s, -themen>
Wahlversprechen ουδ <-s, ->

III. cam·paign [kæmˈpeɪn] ΡΉΜΑ αμετάβ

gegen jdn/etw kämpfen
to campaign for [or on behalf of] sb/sth
für jdn/etw eintreten
to campaign for [or on behalf of] sb/sth
sich αιτ für jdn/etw engagieren

elec·tion [ɪˈlekʃən] ΟΥΣ

1. election (voting event):

Wahl θηλ <-, -en>

2. election τυπικ (choose):

3. election ΝΟΜ (choice of taking benefit):

Wahlvermächtnis θηλ <-ses, -se> ΟΔΓ, A

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

election ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Wahl θηλ
Present
Icampaign
youcampaign
he/she/itcampaigns
wecampaign
youcampaign
theycampaign
Past
Icampaigned
youcampaigned
he/she/itcampaigned
wecampaigned
youcampaigned
theycampaigned
Present Perfect
Ihavecampaigned
youhavecampaigned
he/she/ithascampaigned
wehavecampaigned
youhavecampaigned
theyhavecampaigned
Past Perfect
Ihadcampaigned
youhadcampaigned
he/she/ithadcampaigned
wehadcampaigned
youhadcampaigned
theyhadcampaigned

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The preceding premier always stays in office during an election campaign, and that time is included in the total.
en.wikipedia.org
He was in the midst of the 1899 general election campaign when he started to have heart problems.
en.wikipedia.org
Individual political candidates are also using the internet to promote their election campaign.
en.wikipedia.org
Following the 1826 election campaign, funds were used to support the members of the organisation who had voted against their landlords.
en.wikipedia.org