Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Parents
Eltern

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ˈfos·ter par·ents ΟΥΣ πλ

foster parents

ˈbirth par·ents ΟΥΣ pl

birth parents
birth parents

heli·cop·ter ˈpar·ents ΟΥΣ πλ

helicopter parents
helicopter parents

I. par·ent [ˈpeərənt, αμερικ ˈper-] ΟΥΣ

1. parent of a child:

Elternteil αρσ <-(e)s, -e>
parents
Alleinerziehende(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

2. parent of an animal:

Elterntier ουδ
parents pl
Elternpaar ουδ
parents pl
parents of a plant

3. parent (parent company):

Muttergesellschaft θηλ <-, -en>

II. par·ent [ˈpeərənt, αμερικ ˈper-] ΟΥΣ modifier

1. parent (of parents):

2. parent (of organizations):

3. parent ΧΗΜ:

III. par·ent [ˈpeərənt, αμερικ ˈper-] ΡΉΜΑ μεταβ

Par·ents and ˈCiti·zens ΟΥΣ αυστραλ

Parents and Citizens

ˈdo·nor par·ent ΟΥΣ

ˈpar·ent bank ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Mutterbank θηλ
Stammhaus ουδ <-es, -häuser>
Καταχώριση OpenDict

parents-in-law ΟΥΣ

parents-in-law ουσ πλ
Schwiegereltern ουσ πλ
Καταχώριση OpenDict

parent ΟΥΣ

Elternelement ειδικ ορολ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
parents' evening βρετ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

parent company ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

parent group ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

parent bank ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

Mutterbank θηλ
Stammhaus ουδ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

parent material, bedrock ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

parents

parents

expecting parents ΟΥΣ

expecting parents

multicellular parent organism

Present
Iparent
youparent
he/she/itparents
weparent
youparent
theyparent
Past
Iparented
youparented
he/she/itparented
weparented
youparented
theyparented
Present Perfect
Ihaveparented
youhaveparented
he/she/ithasparented
wehaveparented
youhaveparented
theyhaveparented
Past Perfect
Ihadparented
youhadparented
he/she/ithadparented
wehadparented
youhadparented
theyhadparented

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

This region has the highest rates of non-marital childbearing in the world (5574% of all children in this region are born to unmarried parents).
en.wikipedia.org
Children of church members were attending college, only to reject the faith of their parents.
en.wikipedia.org
Flanking the other side of the house are six bedrooms, including a charming parents' retreat set under the home's turret with a built-in day bed, en suite and private verandah.
www.domain.com.au
Their parents hit them with broomsticks, feather dusters, clothes hangers, belts and irons.
www.telegraph.co.uk
He had a learner's permit, and his parents trusted him enough to let him be alone at home by himself after school.
www.slate.com

Αναζήτηση "parents" σε άλλες γλώσσες