Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Gato
lends

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

lei·hen <leiht, lieh, geliehen> [ˈlaiən] ΡΉΜΑ μεταβ

1. leihen (ausleihen):

jdm etw leihen
to lend sb sth

2. leihen (borgen):

sich δοτ etw [von jdm] leihen
to borrow sth [from sb]
jdm seinen Beistand leihen τυπικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Leihen ουδ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

leihen ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

leihen ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Präsens
ichleihe
duleihst
er/sie/esleiht
wirleihen
ihrleiht
sieleihen
Präteritum
ichlieh
duliehst
er/sie/eslieh
wirliehen
ihrlieht
sieliehen
Perfekt
ichhabegeliehen
duhastgeliehen
er/sie/eshatgeliehen
wirhabengeliehen
ihrhabtgeliehen
siehabengeliehen
Plusquamperfekt
ichhattegeliehen
duhattestgeliehen
er/sie/eshattegeliehen
wirhattengeliehen
ihrhattetgeliehen
siehattengeliehen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Er leiht manchmal Geld von ihr, mit dem er unter anderen Telefonsex finanziert.
de.wikipedia.org
Weil die Leute den Tisch besser finden, fliegt der Drechsler in ein anderes Land und leiht die Flügel einem Prinz.
de.wikipedia.org
Außerdem leiht sie sich häufig Geld von diesem und jenem und zahlt nur selten ihre Rechnungen.
de.wikipedia.org
Die Herzogin ist hocherfreut über den Besuch das fünfzig Jahre jüngeren Mannes, leiht ihm das erforderliche Geld aber immer nur für die nächsten drei Tage.
de.wikipedia.org
Die zweite Geschichte leiht sich das Ikarus-Motiv, der „Absturz“ erfolgt aber auf völlig andere Weise.
de.wikipedia.org