Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Brothers
to earth something

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

er·den [ˈeɐ̯dn̩] ΡΉΜΑ μεταβ ΗΛΕΚ

etw erden
to earth sth
Καταχώριση OpenDict

erden ΡΉΜΑ

etw erden μεταβ ΗΛΕΚ
to ground sth αμερικ

Er·de <-, -n> [ˈe:ɐ̯də] ΟΥΣ θηλ

1. Erde kein πλ (Welt):

2. Erde (Erdreich):

3. Erde (Grund, Boden):

[mit etw δοτ] unter die Erde gehen ΟΙΚΟΔ
etw aus der Erde stampfen οικ
to produce sth out of thin air οικ

4. Erde (Art des Bodens):

5. Erde ΗΛΕΚ (Erdung):

6. Erde ΧΗΜ:

seltene Erden

ιδιωτισμοί:

to dig out χωριζ [or shovel] soil
etw häufeln Erde
to hill up sth βρετ
to turn [over χωριζ] the soil
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Metall der Seltenen Erden ειδικ ορολ
Metall der Seltenen Erden ειδικ ορολ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Präsens
icherde
duerdest
er/sie/eserdet
wirerden
ihrerdet
sieerden
Präteritum
icherdete
duerdetest
er/sie/eserdete
wirerdeten
ihrerdetet
sieerdeten
Perfekt
ichhabegeerdet
duhastgeerdet
er/sie/eshatgeerdet
wirhabengeerdet
ihrhabtgeerdet
siehabengeerdet
Plusquamperfekt
ichhattegeerdet
duhattestgeerdet
er/sie/eshattegeerdet
wirhattengeerdet
ihrhattetgeerdet
siehattengeerdet

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Weitere wichtige Branchen waren das Unterrichtswesen sowie der „Bergbau und Gewinnung von Steinen und Erden“ mit 9 bzw. 6 Prozent der Beschäftigten.
de.wikipedia.org
Ich klage den weißen Mann an, meine Damen und Herren der Jury, der größte Mörder auf Erden zu sein.
de.wikipedia.org
Das silbergraue Metall der seltenen Erden ist sehr weich, gut dehnbar und schmiedbar.
de.wikipedia.org
Es schien wie das Paradies auf Erden und wurde „der königliche Garten“ genannt (Skt.
de.wikipedia.org
Die untersuchten Erden wurden mit Kohlepulver und Leinöl vermischt und in einem Tiegel erhitzt.
de.wikipedia.org