Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

粗野行为
percentages

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Pro·zent <-[e]s, -e> [proˈtsɛnt] ΟΥΣ ουδ

1. Prozent (Hundertstel):

percent no πλ
per cent no πλ

2. Prozent (Alkoholgehalt):

3. Prozent πλ (Rabatt):

[bei jdm] [auf etw αιτ] Prozente bekommen οικ
to get [or receive] a discount [or rebate] [from sb]/[on sth]
[jdm] [auf etw αιτ] Prozente geben οικ
to give sb a discount [or rebate] [on sth]
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
etw in Prozenten ausdrücken
Prozent ουδ <-(e)s, -e>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Null-Prozent-Anleihe ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Umsatz-Prozent-Methode ΟΥΣ θηλ ΛΟΓΙΣΤ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In dieser Zeit konnte das Dorf die höchste Zuwachsrate an Einwohnern in Prozenten verzeichnen.
de.wikipedia.org
Aufgrund unvollständiger Dokumentation der Stimmergebnisse gibt es in der Fachliteratur keine überlieferte Aufschlüsselung des Gesamtergebnisses nach Stimmen und Prozenten.
de.wikipedia.org
Der Zweitwagen profitiert dabei von den guten „Prozenten“ (Schadenfreiheitsklasse) des Erstwagens.
de.wikipedia.org
Bei der Wahlen 2016 konnte die Vaterlandsunion die Stimmverluste der letzten Wahl ausgleichen und wurde nach Prozenten stärkste Partei.
de.wikipedia.org
Der Aufhellung und Entfärbung des Öls dienen Zusätze von wenigen Prozenten oberflächenaktiver Tonmineralien oder von Aktivkohle für dunklere Qualitäten und die Behandlung bei Temperaturen bis 80 °C.
de.wikipedia.org