Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Eslovaca
pista de tierra

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
to hit the dirt προσδιορ road/track
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
Oxford Spanish Dictionary

road [αμερικ roʊd, βρετ rəʊd] ΟΥΣ

1. road (for vehicles):

calle θηλ
carretera θηλ
camino αρσ
una fábrica que hay aquí nomás λατινοαμερ
my car's off the road βρετ
road closed
all roads lead to Rome προσδιορ accident
all roads lead to Rome προσδιορ accident
de tránsito λατινοαμερ
obras θηλ πλ en la carretera
accidente de tránsito λατινοαμερ

2. road (route, way):

camino αρσ
el sendero hacia la paz λογοτεχνικό

3. road:

4. road <roads, pl > → roadstead

roadstead [αμερικ ˈroʊdstɛd, βρετ ˈrəʊdstɛd] ΟΥΣ

fondeadero αρσ
rada θηλ

dirt [αμερικ dərt, βρετ dəːt] ΟΥΣ U

1.1. dirt (unclean substance):

suciedad θηλ
mugre θηλ
tratar a alguien como a un perro

1.2. dirt (excrement) ευφημ:

porquería θηλ de perro/gato ευφημ
caca θηλ de perro/gato οικ

2.1. dirt (scandal):

2.2. dirt (obscenity):

dirt esp βρετ οικ
inmundicia θηλ

3. dirt (earth, soil):

dirt esp αμερικ
tierra θηλ
to hit the dirt αργκ
to hit the dirt προσδιορ road/track

στο λεξικό PONS

dirt road ΟΥΣ βρετ, αυστραλ, dirt track ΟΥΣ

pista θηλ de tierra
camino αρσ de terracería Μεξ
Καταχώριση OpenDict

dirt road, dirt track ΟΥΣ

στο λεξικό PONS
carril (de tierra) αρσ
στο λεξικό PONS

dirt [dɜ:t, αμερικ dɜ:rt] ΟΥΣ χωρίς πλ

1. dirt (unclean substance):

suciedad θηλ

2. dirt (earth, soil):

tierra θηλ

3. dirt (foul language):

obscenidad θηλ

4. dirt (scandal):

trapos αρσ πλ sucios μτφ

5. dirt (excrement):

excremento αρσ πλ

6. dirt (worthless thing):

porquería θηλ

ιδιωτισμοί:

road [rəʊd, αμερικ roʊd] ΟΥΣ

1. road in town:

carretera θηλ
calle θηλ
camino αρσ

2. road μτφ:

sendero αρσ
to be on the right road βρετ

ιδιωτισμοί:

all roads lead to Rome παροιμ
todos los caminos llevan a Roma παροιμ
let's hit the road! οικ
to get sth on the road οικ
στο λεξικό PONS

dirt road ΟΥΣ

carril αρσ (de tierra)
camino αρσ de terracería Μεξ
στο λεξικό PONS

dirt [dɜrt] ΟΥΣ

1. dirt (earth, soil):

tierra θηλ

2. dirt (unclean substance):

suciedad θηλ

3. dirt (excrement):

excrementos αρσ πλ

4. dirt οικ:

porquería θηλ
escoria θηλ

5. dirt (foul language):

obscenidad θηλ

6. dirt οικ (scandal, gossip):

trapos αρσ πλ sucios μτφ

ιδιωτισμοί:

tragar quina [o mierda] οικ

road [roʊd] ΟΥΣ

1. road in town:

carretera θηλ
calle θηλ
camino αρσ

2. road μτφ:

sendero αρσ

ιδιωτισμοί:

all roads lead to Rome παροιμ
todos los caminos llevan a Roma παροιμ
let's hit the road! οικ
to get sth on the road οικ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

During floods the ferry is often out of service, forcing motorists to use a dirt road and a narrow single lane bridge across a weir.
en.wikipedia.org
The park is open all year round via a dirt road (although the road may become impassable after heavy rains).
en.wikipedia.org
The eastern triangular junction is largely complete and crossed by a recent dirt road.
en.wikipedia.org
It was a dirt road then and remained so until the late 1960s.
en.wikipedia.org
Runway has an additional 385 ft dirt overrun on the east end, narrowing to an aligned dirt road of indeterminate length.
en.wikipedia.org