Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Scaramuccia
suciedad

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

dirt [αμερικ dərt, βρετ dəːt] ΟΥΣ U

1.1. dirt (unclean substance):

dirt
suciedad θηλ
dirt
mugre θηλ
to treat sb like dirt
tratar a alguien como a un perro

1.2. dirt (excrement) ευφημ:

dog('s)/cat('s) dirt
porquería θηλ de perro/gato ευφημ
dog('s)/cat('s) dirt
caca θηλ de perro/gato οικ

2.1. dirt (scandal):

to dig up dirt on or about sb

2.2. dirt (obscenity):

dirt esp βρετ οικ
inmundicia θηλ

3. dirt (earth, soil):

dirt esp αμερικ
tierra θηλ
to hit the dirt αργκ
to hit the dirt προσδιορ road/track

fill dirt ΟΥΣ U αμερικ

fill dirt
relleno αρσ

pay dirt ΟΥΣ U αμερικ

pay dirt
filón αρσ

dirt track ΟΥΣ

1. dirt track (lane):

dirt track
dirt track

2. dirt track (for racing):

dirt track
pista θηλ de ceniza

dirt cheap <προσδιορ dirt-cheap> ΕΠΊΘ οικ

dirt cheap
dirt cheap
regalado οικ
dirt cheap
tirado οικ

dirt farmer ΟΥΣ αμερικ

dirt farmer
scour away dirt/grease
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
to be dirt cheap οικ
percudido (percudida)

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

dirt [dɜ:t, αμερικ dɜ:rt] ΟΥΣ χωρίς πλ

1. dirt (unclean substance):

dirt
suciedad θηλ

2. dirt (earth, soil):

dirt
tierra θηλ

3. dirt (foul language):

dirt
obscenidad θηλ

4. dirt (scandal):

dirt
trapos αρσ πλ sucios μτφ

5. dirt (excrement):

dirt
excremento αρσ πλ

6. dirt (worthless thing):

dirt
porquería θηλ
to treat sb like dirt

ιδιωτισμοί:

to eat dirt

dirt road ΟΥΣ βρετ, αυστραλ, dirt track ΟΥΣ

dirt road
pista θηλ de tierra
dirt road
camino αρσ de terracería Μεξ

dirt cheap ΕΠΊΘ οικ

dirt cheap
dirt cheap
botado, -a Μεξ
Καταχώριση OpenDict

dirt road, dirt track ΟΥΣ

dirt road, dirt track
rub out dirt
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
dirt
carril (de tierra) αρσ
dirt road/track
botado (-a)
dirt cheap
tirado (-a)
dirt cheap
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

dirt [dɜrt] ΟΥΣ

1. dirt (earth, soil):

dirt
tierra θηλ

2. dirt (unclean substance):

dirt
suciedad θηλ

3. dirt (excrement):

dirt
excrementos αρσ πλ

4. dirt οικ:

porquería θηλ
escoria θηλ
to treat sb like dirt

5. dirt (foul language):

dirt
obscenidad θηλ

6. dirt οικ (scandal, gossip):

dirt
trapos αρσ πλ sucios μτφ
to get the dirt on sb

ιδιωτισμοί:

to eat dirt
tragar quina [o mierda] οικ

dirt cheap ΕΠΊΘ οικ

dirt cheap
dirt cheap
botado, -a Μεξ

dirt road ΟΥΣ

dirt road
carril αρσ (de tierra)
dirt road
camino αρσ de terracería Μεξ
rub out dirt
dirt cheap
scrape (remove) dirt
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
dirt
botado (-a)
dirt cheap
to be dirt poor

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

For 1973, 1980 and 2005, the race was transferred to the dirt track.
en.wikipedia.org
The construction involved expanding the waterfront using wooden frames filled with dirt.
en.wikipedia.org
Before this segment of the highway is constructed the traveler crossing this gap, will have to negotiate this change in elevation on dirt roads.
en.wikipedia.org
Where the mask contacts the skin must be free from dirt and excess chemicals such as skin oils.
en.wikipedia.org
For most of its history, the racing surface was dirt.
en.wikipedia.org